Το παιχνίδι των εκατοστών: Όταν το «Νεπτούνια» φίλησε τον Ισθμό

Ένα επιβατηγό πλοίο της δεκαετίας του '80 διασχίζει τον στενό Ισθμό της Κορίνθου

Γιατί ένας έμπειρος ναύτης και μερικές μεγάλες λαστιχένιες μπάλες κρεμασμένες από την κουπαστή ήταν οι μοναδικοί προστάτες ενός θρυλικού βαποριού, τη στιγμή που οι πανύψηλοι βράχοι του Ισθμού απείχαν μόλις λίγα εκατοστά από τα μάτια ενός έκπληκτου νεαρού;

«Παππού, γιατί έχεις κλείσει το κλιματιστικό; Θα σκάσουμε!» παραπονέθηκε ο μικρός Χάρης, αφήνοντας για λίγο το tablet του, καθώς η παρέα των εγγονών είχε μαζευτεί γύρω από την πολυθρόνα μου.

Χαμογέλασα και τους κοίταξα. «Αχ, βρε παιδιά... Έχετε μάθει όλοι στους είκοσι βαθμούς, αποστειρωμένοι μέσα σε ένα κλιματιζόμενο κουτί. Καλοκαίρι έχουμε! Πρέπει να νιώσετε την εποχή, την αλμύρα, τη ζέστη. Ξέρετε ότι παλιά τα καράβια δεν είχαν κλιματισμό και τα ταξίδια ήταν μια αληθινή περιπέτεια;»

«Χωρίς Air Condition, παππού; Και πώς παλεύατε τη ζέστη;» ρώτησε η Ελένη με απορία.

Συννέχεια του άρθρου...

«Με ανοιχτά παράθυρα, ανεμιστήρες στα σαλόνια και όλη τη μέρα στο κατάστρωμα! Τότε το ταξίδι ήταν η ίδια η αρχή των διακοπών. Θυμάμαι, πριν από περίπου σαράντα πέντε χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του '80, ήμουν νεαρός όταν μπήκα στο Νεπτούνια για ένα ταξίδι προς την Ιταλία.

Το βαπόρι εκείνο, παιδιά μου, δεν έμοιαζε με τα σημερινά. Είχε μια δική του, ζεστή μυρωδιά. Τα πατώματά του ήταν στρωμένα με ξύλινες σανίδες, ολοκάθαρες, που έτριζαν απαλά σε κάθε βήμα. Γύρω από το πλοίο και στις απότομες σκάλες που ένωναν τα πατώματα, υπήρχαν βαριές, λουστραρισμένες ξύλινες κουπαστές, που τις έπιανες και ένιωθες τη σιγουριά του ξύλου. Πάνω στο κατάστρωμα ορθώνονταν κάτι τεράστιοι σωλήνες εξαερισμού, σαν ανάποδα γιώτα, σταθεροί και επιβλητικοί, που με το ανοιχτό τους στόμα ρουφούσαν το μελτέμι για να δροσίσουν τα σωθικά του πλοίου και το μηχανοστάσιο που έβραζε από τη ζέστη των μηχανών, ενώ από πάνω μας το μεγάλο φουγάρο ξερνούσε ασταμάτητα τον μαύρο καπνό του μαζούτ στον καταγάλανο ουρανό.

Το σαλόνι του, τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής, ήταν γεμάτο ζωή, με τα φινιστρίνια ολόκληρα ανοιχτά για να μπαίνει το μελτέμι. Εκεί μέσα γινόταν ένα ατελείωτο πάρτι. Το πλοίο ήταν γεμάτο με αμέτρητους τουρίστες με σακίδια στην πλάτη που επέστρεφαν στις χώρες τους, Ιταλούς, Έλληνες της ξενιτιάς... Παντού άκουγες γέλια, μουσικές, φωνές και παιδιά να τρέχουν. Όσο για τις καμπίνες, εκείνες ήταν λιτές, με απλές κουκέτες που έτριζαν ρυθμικά με τον χτύπο της μηχανής, ενώ οι τουαλέτες ήταν κοινόχρηστες, ξεχωριστά για άνδρες και γυναίκες, στην άκρη του διαδρόμου.

Και έξω; Έξω απλωνόταν η καταγάλανη θάλασσα του Αιγαίου, που μας είχε στην αγκαλιά της και μας λίκνιζε γλυκά, σαν να ήμασταν μικρά μωρά. Μάλιστα, μια παρέα από δελφίνια είχε βγει στο πλάι μας και μας συνόδευε παίζοντας με τα κύματα, μέχρι που φτάσαμε ακριβώς στην είσοδο του Ισθμού. Εκεί, στο Νεπτούνια, έζησα κάτι που δεν θα το δείτε σε κανένα σύγχρονο high-speed».

Τα εγγόνια πλησίασαν λίγο πιο κοντά, συνεπαρμένα από την περιγραφή.

«Καθώς φτάναμε λοιπόν στον Ισθμό της Κορίνθου», συνέχισα, «έγινε κάτι μαγικό. Τα δελφίνια μας αποχαιρετήσαν κάνοντας μερικές τούμπες στον αέρα και μετά χάθηκαν, το βαθύ βουητό των μεγάλων μηχανών έσβησε και ο μαύρος καπνός από το φουγάρο αλάφρυνε. Το βαπόρι έμεινε σε ένα παράξενο, απόκοσμο ρελαντί. Στην πλώρη μας εμφανίστηκε ένα μικρό, νευρικό ρυμουλκό, σαν καρυδότσουφλο μπροστά στο θηριώδες για την εποχή εκείνη σκαρί μας. Έδεσε ένα χοντρό σκοινί και άρχισε να μας τραβάει αργά, ταπεινά, προς τη στενή είσοδο της διώρυγας. Όλος ο κόσμος έτρεξε στις λουστραρισμένες κουπαστές, αλλά εγώ κοίταζα τους ναύτες. Κρατούσαν χοντρά παλαμάρια, και στην άκρη τους κρέμονταν κάτι τεράστιες, μαύρες λαστιχένιες μπάλες».

«Μπάλες; Γιατί, παππού; Θα έπαιζαν ποδόσφαιρο στη θάλασσα;» πέταξε ο μικρός Χάρης και όλη η παρέα γέλασε.

«Όχι βέβαια! Πλησίασα έναν παλιό ναυτικό με ροζιασμένα χέρια, που κάπνιζε όρθιος και κοίταζε τη στενωπό. "Τι είναι αυτές, μπάρμπα;" τον ρωτάω. Εκείνος γυρίζει, με κοιτάζει κάτω από το θαλασσινό του καπέλο, βγάζει μια τζούρα καπνού και μου λέει: "Αυτές, νεαρέ, είναι οι ασπίδες μας. Το βαπόρι μας είναι δεκαοκτώ μέτρα φαρδύ, ένα μεσαίο πράγμα για την εποχή μας, και το κανάλι ίσα που μας χωράει. Να θυμάσαι, νεαρέ, αυτό που ζούμε σήμερα, κάποτε θα είναι αδύνατο. Τα χρόνια θα περάσουν, τα πλοία θα γίνουν τόσο θεόρατα που δεν θα χωράνε να περάσουν από εδώ ούτε για αστείο. Αν λοιπόν ο αέρας μάς σπρώξει σήμερα έστω και μια πιθαμή στο πλάι, οι μπάλες αυτές θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα για να μη γίνουν οι λαμαρίνες μας κονσερβοκούτι"».

Τα παιδιά είχαν σταματήσει να παίζουν. Με κοιτούσαν με ορθάνοιχτα μάτια.

«Και τι έγινε μετά, παππού;»

«Μετά, παιδιά μου, οι πανύψηλοι, κάθετοι βράχοι του Ισθμού ορθώθηκαν δεξιά και αριστερά μας. Ήταν τόσο κοντά που ένιωθα ότι αν άπλωνα το χέρι μου, θα τους άγγιζα. Η βοή του πελάγους χάθηκε και απλώθηκε μια επιβλητική σιωπή. Ακούγαμε μόνο τον παφλασμό του νερού και τους ανθρώπους από τις γέφυρες ψηλά, που μας κοίταζαν σαν μυρμήγκια και μας χαιρετούσαν. Το ρυμουλκό μάς πήγαινε ντουγρού στην ευθεία, όμως σε τέτοια στενά, παιδιά μου, κουμάντο κάνει η φυσική της θάλασσας. Καθώς το βαπόρι πλησίασε ελάχιστα προς τα δεξιά, το νερό ανάμεσα στη λαμαρίνα και τον βράχο στριμώχτηκε, η ταχύτητά του αυξήθηκε και δημιουργήθηκε μια ξαφνική, τρομερή υποπίεση — ένα αόρατο ρούφηγμα που άρχισε να τραβάει με δύναμη το πλοίο προς το δεξί τοίχωμα. Η ανάσα μου κόπηκε. "Τώρα, παιδιά! Ρίξτε!" φώναξε ο ναύτης».

«Προσέκρουσε;» ρώτησε η Ελένη με κομμένη την ανάσα.

«Όχι, γιατί τότε μίλησε η παραδοσιακή ναυτοσύνη! Με μια αστραπιαία κίνηση, ένας ναύτης έριξε τη λαστιχένια μπάλα του ακριβώς στο σημείο που πλησιάζαμε επικίνδυνα. Σε δευτερόλεπτα, η μπάλα σφήνωσε ανάμεσα στο βαπόρι και την πέτρα. Ακινητοποιήθηκε από την τρομερή πίεση των χιλιάδων τόνων και άρχισε να σέρνεται βίαια πάνω στον σκληρό βράχο καθώς το καράβι προχωρούσε. Ένας υπόκωφος, τρομακτικός ήχος τριξίματος απλώθηκε στον αέρα από την τριβή, και αμέσως μια έντονη, καυτή μυρωδιά καμένου λάστιχου γέμισε τα ρουθούνια μου. Η μπάλα παραμορφωνόταν, αλλά άντεχε, κρατώντας τη λαμαρίνα μακριά από τον τοίχο. Μόνο με το μάτι, το τιμόνι και αυτές τις λαστιχένιες μπάλες γινόταν η δουλειά».

Έκανα μια μικρή παύση και τα κοίταξα.

«Το Νεπτούνια γλίστρησε τελικά με ασφάλεια. Καθώς βγαίναμε στον ανοιχτό ορίζοντα, το ρυμουλκό σφύριξε κοφτά, μας αποχαιρετούσε, και το βαπόρι έβαλε μπροστά τις δικές του μηχανές για το Μπρίντιζι. Κοίταξα τον ναύτη που μάζευε την καψαλισμένη μπάλα του. Αυτό ήταν το ελληνικό καλοκαίρι... Γεμάτο δελφίνια, αλμύρα, ήλιο, ζέστη, αλλά και μια μοναδική, χειροποίητη ελευθερία που δεν θα την άλλαζα με κανένα κλιματιζόμενο σαλόνι του σήμερα».

Ο Χάρης κοίταξε το tablet του, μετά το κλειστό κλιματιστικό και τελικά χαμογέλασε. «Καλά, παππού... άφησέ το κλειστό για λίγο ακόμα. Πες μας κι άλλη ιστορία για εκείνα τα καράβια!»

---

* Ησυνοδευτική εικόνα της ανάρτησης είναι μια ψηφιακή δημιουργία που υλοποιήθηκε με τη βοήθεια εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης