kiosterakis.gr +

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ...

Ιστορίες

Το γράμμα στην Αμερική, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

ΒιβλίοΚάθε φορά που έφτανα στην πατρίδα μου, κάθε τρία-τέσσερα χρόνια, με συναντούσε και μου πρόσφερε πλουσιοπάροχη τη φιλοξενία του ο Μπεφάνης ο Γιαλένιος. Όχι όμως πιο πλούσια από έναν δεύτερο θείο μου, τον καπετάν-Γεωργό τον Αγαγά, ο οποίος θυσίασε κάποτε μια ολόκληρη χήνα και άνοιξε προς τιμή μου ένα μεγάλο βαρέλι ροδίτη οίνου, που σε χτύπαγε στο κεφάλι. Τη θυσία αυτή την έκανε μία και μοναδική φορά για όλους τους ερχομούς μου, τους παρελθόντες και τους μέλλοντες, για να μην έχω πια απαιτήσεις.

Ο περί ου ο λόγος Μπεφάνης ήταν παλιός φίλος μου. Άλλοτε, στα νιάτα του, είχε μαγαζί στην αγορά. Ήταν «εμποροράφτης». Όταν ήθελες να ψωνίσεις και ήθελες να κάνεις ψιλά, αν του έδινες μισή ρηγίνα, ίση με 5.90, σου την άλλαζε σωστά: σου κρατούσε 20 λεπτά για τις βελόνες, την κουβαρίστρα και τις κλωστές, και σου έδινε ρέστα 5.60. Αν ήταν μισό γαλλικό τάλιρο, σου έδινε 5.40. Σε λίγο καιρό το έκλεισε. Ευτυχώς, είχε προφτάσει να παντρευτεί και πήρε καλή προίκα. Κατόπιν, απέκτησε δυο γιους, ύστερα χήρεψε. Ξαναπαντρεύτηκε, και πάλι πήρε κτήματα ως προίκα. Έκανε πάλι παιδιά, και γέρασε με τη δεύτερη γυναίκα του.

Εκείνα τα χρόνια, όταν με συναντούσε, μόλις είχα πάει στο χωριό, αφού μου έκανε τη συνηθισμένη υποδοχή, έπειτα, συνήθως στη δεύτερη συνάντησή μας, άρχιζε πάντοτε την ίδια συζήτηση και ζητούσε την ίδια απαράλλαχτη χάρη.

- Ξέρεις ότι τα δυο παιδιά μου, ο Γιωργής κι ο Παυλάκης, είναι από χρόνια στην Αμερική και δεν μου γράφουν τι γίνονται. Πρόκειται να κάνουμ’ ένα γράμμα, εσύ ξέρεις πού θα το στείλουμε, στον πρόξενο της Ελλάδας ή στην αστυνομία της Αμερικής. Θα μου το γράψεις γαλλικά, εγγλέζικα, σπανιόλικα, εσύ ξέρεις σε ποια γλώσσα.

Περισσότερα...

Κι αυτό θα περάσει...

Ο μουσικός
Μια μέρα ένας πλανόδιος μουσικός πορευόταν στο δρόμο του. Ήταν ένας απλός άνθρωπος. Όχι, όμως, κι η ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, του ίδιου του άρεσε.

Τη μέρα εκείνη λοιπόν (ήταν ένα συννεφιασμένο πρωινό του φθινοπώρου), καθώς αναδυόταν μέσα από την ομίχλη ένα καμπαναριό, ο σκοπός που σιγοτραγουδούσε για να ελαφρύνει το βήμα του πνίγηκε, ξάφνου, στο λαιμό του. Λίγο πιο πέρα, στον αγρό, ένας ανθρωπάκος διπλωμένος κάτω από το ζυγό και το καμουτσίκι, τράβαγε το αλέτρι που κατηύθυνε το αφεντικό του. «Μα πώς είναι δυνατό να μεταχειρίζονται τους ανθρώπους σαν ζώα;» σκέφτηκε ο ταξιδιώτης, με οίκτο και οργή μαζί. Πέρασε μέσα από τα οργωμένα χωράφια κι έφτασε ως το υποζύγιο.

- Ντροπή σου! είπε σ’ αυτόν που βασάνιζε το σκλάβο. Ο άνθρωπος αυτός που βάζεις να σκοτώνεται στη δουλειά σαν γαϊδούρι δεν τολμά να σου πετάξει κατάμουτρα την αλήθεια. Θα το κάνω εγώ, λοιπόν, γι’ αυτόν. Η ψυχή σου είναι πέτρα. Το κεφάλι σου, έρημος δίχως φως. Δε σου ’μάθε κανείς πως είμαστε όλοι μας αδέρφια; Ληστή! Μαλλιαρέ παλιάνθρωπε! Λωποδύτη που έρχεσαι από άλλη εποχή! Εξευτελίζεις την ανθρώπινη αξιοπρέπεια! Χτύπησε το μπαστούνι του στον αέρα.

Περισσότερα...

Online Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 138 επισκέπτες και κανένα μέλος