

Αν υπάρχει ένας ήχος που έχει ταυτιστεί απόλυτα με το ελληνικό καλοκαίρι, τη ραστώνη κάτω από τη σκιά των δέντρων και τη ζέστη του μεσημεριού, αυτός είναι αναμφίβολα το ασταμάτητο, εκκωφαντικό τραγούδι των τζιτζικιών. Κάθε φορά που ακούμε αυτή την αδιάκοπη καλοκαιρινή συναυλία, είναι σχεδόν αδύνατο να μην αναρωτηθούμε πώς αντέχεται τόση ένταση ή, ακόμα καλύτερα, ποιο είναι το «κοινό» στο οποίο απευθύνεται αυτή η ηχητική παράσταση.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στα τραπέζια της αυλής και τις καλοκαιρινές κουβέντες, ξεπροβάλλει πάντα ένας διασκεδαστικός ισχυρισμός: ότι τα θηλυκά τζιτζίκια είναι εντελώς κωφά και γι' αυτό τα αρσενικά αναγκάζονται να «φωνάζουν» με όλη τους τη δύναμη, μπας και καταφέρουν να ακουστούν. Πρόκειται όμως για μια πραγματική βιολογική αλήθεια ή μήπως για μία από τις πιο επιτυχημένες και χαρούμενες παρεξηγήσεις στην ιστορία της φύσης;

Για να βρούμε την άκρη του νήματος σε αυτή την αστεία υπόθεση, πρέπει να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, στην αρχαία Ελλάδα, εκεί όπου γεννήθηκε αυτός ο χαριτωμένος μύθος. Η πηγή της παρεξήγησης δεν βρίσκεται σε κάποια σκοτεινή επιστημονική μελέτη, αλλά στη σπίθα του αρχαιοελληνικού χιούμορ και συγκεκριμένα στον σατιρικό ποιητή Ξέναρχο, που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ξέναρχος, θέλοντας να κάνει ένα πειραχτικό σχόλιο για τις οικογενειακές σχέσεις και τις γυναίκες της εποχής του, έγραψε έναν περίφημο στίχο που έμεινε στην ιστορία: αναρωτήθηκε με νόημα πόσο υπερβολικά ευτυχισμένα πρέπει να είναι τα τζιτζίκια, αφού οι γυναίκες τους δεν έχουν ούτε ένα μικρό δείγμα φωνής. Το αστείο αυτό διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αγαπήθηκε για την καυστικότητά του και ταξίδεψε μέσα στους αιώνες. Στην πορεία των ετών όμως, η λαϊκή φαντασία έκανε το δικό της παιχνίδι: η παρατήρηση ότι τα θηλυκά τζιτζίκια είναι εντελώς σιωπηλά μεταφράστηκε σταδιακά στο ότι είναι... κουφά. Έτσι, δημιουργήθηκε η πεποίθηση πως ο αρσενικός τραγουδιστής βάζει όλη του την τέχνη και τα δυνατά του για να συγκινήσει μια ακροάτρια που ζει στον δικό της, απόλυτα αθόρυβο κόσμο.
Η επιστήμη πάντως έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους με τον πιο ενδιαφέροντα και διασκεδαστικό τρόπο, καταρρίπτοντας πλήρως τη θεωρία της κωφότητας. Τα θηλυκά τζιτζίκια όχι μόνο δεν είναι κουφά, αλλά διαθέτουν μια εξαιρετικά ευαίσθητη και ανεπτυγμένη ακοή. Στην κοιλιακή τους χώρα φέρουν ειδικές ακοαστικές μεμβράνες, τα λεγόμενα τυμπανικά όργανα, τα οποία είναι συντονισμένα με απόλυτη ακρίβεια στις συχνότητες του τραγουδιού του αρσενικού. Η ακοή είναι το πολυτιμότερο εργαλείο τους, καθώς χάρη σε αυτήν το θηλυκό μπορεί να εντοπίσει το αρσενικό από πολύ μεγάλη απόσταση, αναγνωρίζοντας με ακρίβεια την ιδιαίτερη «φωνή» και το ξεχωριστό ηχητικό αποτύπωμα του είδους του. Έτσι, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους θορύβους του καλοκαιριού, η ακροάτρια ξεχωρίζει τον δικό της τροβαδούρο, αξιολογώντας παράλληλα το ταλέντο, την ένταση και τον ρυθμό του. Τα θηλυκά είναι απλώς σιωπηλά, καθώς δεν διαθέτουν τα ειδικά όργανα παραγωγής ήχου, τα κύμβαλα, περιορίζοντας τη δική τους επικοινωνία σε ένα διακριτικό, σχεδόν αόρατο «κλικ» με τα φτερά τους.
Το πιο εντυπωσιακό και κωμικό κομμάτι αυτής της ιστορίας αφορά τα ίδια τα αρσενικά, τα οποία παράγουν έναν ήχο που μπορεί να αγγίξει ακόμα και τα 100 ντεσιμπέλ, δηλαδή ένταση αντίστοιχη με εκείνη ενός αλυσοπρίονου σε πλήρη λειτουργία. Για να μην πάθουν τα ίδια βλάβη στην ακοή τους από τη δική τους εκκωφαντική παράσταση, η φύση σοφίστηκε έναν απίθανο μηχανισμό: την ώρα που το αρσενικό τζιτζίκι δονεί τα κύμβαλά του για να τραγουδήσει, οι μύες του αναδιπλώνουν αυτόματα τις δικές του ακοαστικές μεμβράνες, «κλείνοντας» ουσιαστικά τα αυτιά του όσο διαρκεί το τραγούδι. Έτσι, ο αρσενικός τροβαδούρος προσφέρει μια ηχηρή συναυλία στο περιβάλλον του, ενώ ο ίδιος προστατεύεται από τον ίδιο του τον θόρυβο.
Ο ισχυρισμός ότι τα θηλυκά τζιτζίκια είναι κωφά παραμένει ένας πανέμορφος, διαχρονικός μύθος που μας χαρίζει ακόμα ένα χαμόγελο κάθε καλοκαίρι. Στην πραγματικότητα, τα θηλυκά τζιτζίκια είναι οι πιο αφοσιωμένοι και προσεκτικοί ακροατές της φύσης, κάνοντας το ασταμάτητο καλοκαιρινό τραγούδι όχι έναν μάταιο θόρυβο, αλλά ένα από τα πιο επιτυχημένα, γοητευτικά και ηχηρά ερωτικά καλέσματα του ζωικού βασιλείου.
Υ.Γ. Για τους λάτρεις της γλώσσας ο χαρακτηριστικός ήχος που παράγει ο τζίτζικας ονομάζεται «τερέτισμα» (ή «τζιτζίκισμα») από το ρήμα «τερετίζω».
---
* Η συνοδευτική εικόνα της ανάρτησης είναι μια ψηφιακή δημιουργία που υλοποιήθηκε με τη βοήθεια εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...