Το ηλεκτρονικό βιβλίο (e–book) και ο ηλεκτρονικός αναγνώστης (e–book reader) μπορεί να μοιάζουν προϊόντα κάπως απόμακρα ακόμη για τις ευρωπαϊκές αγορές, όπου το έντυπο βιβλίο και η παραδοσιακή ανάγνωση εξακολουθούν να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία, αλλά τείνουν να αποτελέσουν κοινή πρακτική στον αγγλοσαξονικό κόσμο και ιδίως στις ΗΠΑ, όπου διεκδικούν όλο και σημαντικότερο μερίδιο στις πωλήσεις.
Οι πωλήσεις, βέβαια, των ηλεκτρονικών βιβλίων δεν έχουν ξεπεράσει ούτε στις ΗΠΑ τις πωλήσεις των βιβλίων με σκληρό και μαλακό εξώφυλλο, οι ειδικοί όμως δεν αμφιβάλλουν πως κάτι τέτοιο θα γίνει σύντομα πραγματικότητα.
Το ηλεκτρονικό βιβλίο (βιβλίο σε ψηφιακή μορφή το οποίο κινείται μέσω διαδικτύου ενώ η κάθε σελίδα του έχει τη μορφή που έχουν οι σελίδες του έντυπου βιβλίου) ξεκίνησε την πορεία του κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 με διαφόρους τίτλους σε CD-ROM.
Το 1992 θα κυκλοφορήσει η πρώτη συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης βασισμένη επίσης στην τεχνολογία του CD-ROM.
Το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό πάντως θα αρχίσει να ενδιαφέρεται για το βιβλίο υπό τον τύπο του ηλεκτρονικού προϊόντος μόνο μετά το 2000, όταν η ανάπτυξη της τεχνολογίας του e-paper και του e-ink, που θα μιμηθεί το φυσικό χαρτί και το φυσικό μελάνι, θα επιτρέψει την εμφάνιση μιας νέας γενιάς ηλεκτρονικών αναγνωστών με μεγάλο αποθηκευτικό χώρο, μακροβιότερες μπαταρίες και οθόνη η οποία ελάχιστα θα διαφέρει από την τυπωμένη σελίδα (δεν κουράζει τα μάτια και διαβάζεται ακόμα και κάτω από το φως του ήλιου).
Συσκευές όπως το Amazon Kindle, το iRex iLiad, το Hanlin eReader, το Sony eReader και το Barnes & Noble Nook, που κατακλύζουν την αγορά την τελευταία εξαετία, είναι προικισμένες με θαυμαστά προσόντα: το μέγεθος του κειμένου και η γραμματοσειρά προσαρμόζονται στις ανάγκες του χρήστη, ο οποίος είναι σε θέση να κρατήσει και σημειώσεις, η ανάγνωση μπορεί να συνδυαστεί με οπτικοακουστικά πολυμέσα ενώ υπάρχει και η δυνατότητα αναζήτησης με υπερσυνδέσμους σε όλη την έκταση του ψηφιακού περιεχομένου.
Όσοι, οι κάπως μεγαλύτεροι στα χρόνια, που δεν ενθουσιάζονται καθόλου με τη μοντέρνα μουσική, όπου πια τα περισσότερα τραγούδια ακούγονται λίγο-πολύ ίδια, αναπολούν τις παλιές καλές μέρες της ροκ, της σόουλ και της ποπ.
Όλοι αυτοί θα αισθανθούν δικαιωμένοι από μία νέα ισπανική επιστημονική έρευνα που, με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών, κατέληξε σε ένα μάλλον αναμενόμενο συμπέρασμα: τα τραγούδια της σύγχρονης μουσικής είναι υπερβολικά δυνατά (στο όριο της φασαρίας...) και πολύ πιο ομοιόμορφα μεταξύ τους (στο όριο της βαρεμάρας...) σε σχέση με τα παλιότερα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ειδικό στην τεχνητή νοημοσύνη Χουάν Σέρα του Ισπανικού Εθνικού Συμβουλίου Ερευνών, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Scientific Reports», σύμφωνα με τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό, ανέλυσαν -με τη βοήθεια ειδικών πολύπλοκων υπολογιστικών αλγορίθμων- μία τεράστια βάση δεδομένων περίπου μισού εκατομμυρίου τραγουδιών της περιόδου 1955 - 2010, από σχεδόν 45.000 καλλιτέχνες, που κάλυπταν πολλά μουσικά είδη (ποπ, ροκ, χιπ-χοπ, μέταλ, ηλεκτρονική κ.ά.).
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όντως τα σύγχρονα τραγούδια γίνονται όλο και πιο δυνατά, πιο εύκολα στο άκουσμα και, τελικά, πιο βαρετά από άποψη μελωδίας και ποικιλίας.
«Βρήκαμε στοιχεία για μία σταδιακή ομογενοποίηση της μουσικής» δήλωσε ο Χουάν Σέρα και επισήμανε ότι, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, οι συνδυασμοί ανάμεσα στις μουσικές νότες, δηλαδή οι συγχορδίες και η μελωδική ποικιλία των τραγουδιών, έχουν συστηματικά μειωθεί κατά τα τελευταία 50 χρόνια- και όσο πάει, η κατάσταση χειροτερεύει.
Αμερικανοί επιστήμονες ολοκλήρωσαν το πρώτο στον κόσμο υπολογιστικό μοντέλο ενός έμβιου οργανισμού. Το επίτευγμα θεωρείται σημαντικό βήμα στο πεδίο της υπολογιστικής βιολογίας, καθώς οι ερευνητές ανέπτυξαν το πρώτο λογισμικό που αντιγράφει πλήρως έναν μικροοργανισμό.
Συγκεκριμένα, το ταπεινό μονοκύτταρο παρασιτικό βακτήριο Mycoplasma genitalium, το οποίο ζει στο γεννητικό και το αναπνευστικό σύστημα του ανθρώπου και θεωρείται το μικρότερο βακτήριο στον κόσμο.
Οι ερευνητές του πανεπιστημίου Στάνφορντ και του Ινστιτούτου Κρεγκ Βέντερ, με επικεφαλής τον καθηγητή βιοτεχνολογίας Μάρκους Κάβερτ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό βιολογίας "Cell" (Κύτταρο), σύμφωνα με τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», κατέγραψαν κάθε μοριακή δράση και αντίδραση που λαμβάνει χώρα κατά τον κύκλο ζωής του εν λόγω παθογόνου μικροοργανισμού (σε επίπεδο DNA, RNA, πρωτεϊνών κ.α.). Στη συνέχεια, με τη βοήθεια 128 συνδεδεμένων ηλεκτρονικών υπολογιστών, προσομοίωσαν ψηφιακά αυτές τις αλληλεπιδράσεις, δημιουργώντας έναν εικονικό (virtual) μονοκυτταρικό οργανισμό, χρησιμοποιώντας προς τούτο μία πληθώρα παραμέτρων και αλγορίθμων.
Χάρη σε αυτή το επίτευγμα, που αντικατοπτρίζει σε σημαντικό βαθμό στην οθόνη την πραγματική ζωή και συμπεριφορά του βακτηρίου, επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος για την χρησιμοποίηση της τεχνικής του σχεδιασμού με τη βοήθεια υπολογιστή (Cad-Aided Design ή CAD) στα πεδία της βιοτεχνολογίας και της ιατρικής πλέον και όχι μόνο, όπως μέχρι τώρα, στη ναυπηγική, τις κατασκευές, την μηχανολογία κ.α.
Αισθάνεστε την ανάγκη ενός προσωπικού προπονητή που θα σας συνοδεύει ενώ αθλείστε; Τώρα μπορείτε να τον αποκτήσετε αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι με σάρκα και οστά!
Το Joggobot είναι ένα ιπτάμενο ρομποτάκι με 4 έλικες που βρίσκετε στο στάδιο τελειοποίησης στα εργαστήρια του Royal Melbourne Institute of Technology στην Αυστραλία. Ο κατασκευαστής του λέει ότι, να τρέχει κάποιος με παρέα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το να τρέχει μόνος. Όμως δεν είναι όλοι τυχεροί ώστε να έχουν ένα φίλο που να αγαπά το τρέξιμο...
Το ρομποτάκι ελέγχεται μέσω μίας εφαρμογής για smatphone που επιτρέπει να ρυθμίζετε την επιθυμητή ταχύτητα διαδρομής και τη μεταξύ σας απόσταση. Μπορείτε επίσης να επιλέξετε αν θα είναι στο πλάι σας όπως ένας φίλος, αν θα προπορεύεται ή αν θα σας ακολουθεί, ανάλογα με την επιθυμία σας.
Αντιλαμβάνεται την παρουσία σας από ένα μπλε και πορτοκαλί μοτίβο που είναι τυπωμένο πάνω σε μια μπλούζα που θα πρέπει να φοράτε κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Όταν η φωτογραφική του μηχανή δεν βλέπει κανέναν στον ορίζοντα, το μικρό ρομπότ προσεδαφίζεται και περιμένει εντολές.
Ευτυχώς για εκείνους που δεν τους αρέσει πολύ η προπόνηση το Joggobot έχει περιορισμένη δράση αφού η μπαταρία του έχει διάρκεια μόνο 20 λεπτά της ώρας έως ότου εξαντληθεί.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...