kiosterakis.gr +

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ...

Το σημάδι της χελώνας

Η χελώναΟ Φεγκ ήταν ένα καλό και αγαθό παλικάρι. Ήταν μάλιστα τόσο καλό , ώστε δεν έλεγε ποτέ όχι σε κανέναν κι έτσι με το να δίνει πρόθυμα τα λεφτά του δανεικά σε όποιον του ζητούσε, έγινε γρήγορα φτωχός. Κανένας από τους οφειλέτες του δεν θυμόταν ποτέ να του πληρώσει τα χρέη. Ο μόνος που δεν τα ξεχνούσε ήταν ένας φτωχός ψαράς, που για να τον αποζημιώσει του έστελνε κάπου κάπου καμιά χελώνα για δώρο.

Μία φορά του έφερε μία πελώρια χελώνα, που είχε πάνω στο κεφάλι της μια παράξενη κηλίδα.

- Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τέτοια μεγάλη χελώνα, φώναξε γεμάτος θαυμασμό ο Φεγκ και άφησε το ζώο ελεύθερο...

Πέρασε πολύς καιρός και ο Φεγκ είχε ξεχάσει ολότελα την παράξενη χελώνα που του είχε κάνει δώρο ο φτωχός ψαράς.

Ένα δειλινό, την ώρα που γύριζε σπίτι του ακολουθώντας ένα πολύ στενό μονοπατάκι δίπλα στο ποτάμι, ο Φεγκ είδε ξαφνικά μπροστά του έναν άνθρωπο ψηλό και γεμάτο, ντυμένο με φανταχτερά πλούσια ρούχα. Πίσω του τέσσερις νέοι σκλάβοι προχωρούσαν με μεγάλο σεβασμό. Ο πλουσιοντυμένος άνθρωπος στάθηκε και του φώναξε αυταρχικά:

- Κάνε τόπο να περάσω!

Ο Φεγκ όπως ξέρετε, ήταν πολύ καλός χαρακτήρας. Και δεν καυγάδιζε ποτέ του. Πειράχτηκε όμως πολύ με το ύφος αυτού του άγνωστου ανθρώπου που έδινε διαταγές.

- Δεν σας ξέρω, του αποκρίθηκε κοφτά, αλλά σας δηλώνω ότι δεν πρόκειται να το κουνήσω από την θέση μου.

Ο ξένος, όταν άκουσε τα λόγια του, έγινε κατακόκκινος από τον θυμό. Στράφηκε στους σκλάβους του και διέταξε:

- Πιάστε τον και σπάστε τον στο ξύλο!

- Κάνετε λάθος αν νομίζετε ότι θα αφήσω τους ανθρώπους σας να με δείρουν, είπε περιφρονητικά. Και σας δηλώνω ότι θα μετανιώσετε πολύ γιαυτό τον τρόπο σας.

- Πως σε λένε; ρώτησε ο άγνωστος ξαφνιασμένος.

- Με λένε Φεγκ! είπε περήφανα.

- Φεγκ! φώναξε με έκπληξη ο άγνωστος, και γονάτισε μπροστά του. Είσαι ο ευεργέτης μου. Σου ζητώ χίλια συγνώμη για το κακό φέρσιμο μου και σε παρακαλώ να δεχτείς να έρθεις μαζί μου.

Ο Φεγκ τα έχασε. Θέλησε να αρνηθεί, διότι δεν καταλάβαινε που οφειλόταν αυτή η ξαφνική αλλαγή του αγνώστου. Όταν όμως εκείνος τον έπιασε προστατευτικά από το χέρι και με πολύ καλό τρόπο τον υποχρέωσε να περπατήσει δίπλα του, ο Φεγκ υποχώρησε. Περπάτησαν αρκετά και έφτασαν σε ένα χωριό και στάθηκαν έξω από ένα πολύ όμορφο σπίτι. Μπήκαν μέσα και άγνωστος οδήγησε τον Φεγκ μέσα σε μία μεγάλη σάλα, και του είπε:

- Ασφαλώς θα απορείς. Μάθε λοιπόν πως είμαι ο 8ος πρίγκιπας του ποταμού Τάο. Ήμουν σε μία γιορτή πάνω στο λόφο Όβεστ, αλλά οι καλεσμένοι ήταν τόσο κουραστικοί και τόσο αντιπαθητικοί, ώστε δεν άντεξα και έφυγα. Γύρισα σπίτι μου νευριασμένος και κακόκεφος, γι'αυτό σου μίλησα και σου φέρθηκα άσχημα. Συγνώμη!

Ο Φεγκ κατάλαβε ότι μιλούσε με ένα στοιχειό του ποταμού και φοβήθηκε, αλλά αμέσως ηρέμησε γιατί ήταν φιλικό μαζί του. Το στοιχειό τον παρακάλεσε να φάει μαζί του σε ένα πλούσιο τραπέζι που έστρωσαν οι σκλάβοι. Η ώρα πέρασε με την κουβέντα γρήγορα, όταν ξαφνικά ακούστηκε από μακριά ο ήχος μιας καμπάνας. Το στοιχειό σηκώθηκε και πήρε τον Φεγκ από το χέρι.

- Είναι ώρα να φύγω. Δυστυχώς δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο μαζί. Θέλω όμως να σου κάνω ένα δώρο. Θα το κρατήσεις όσο σου χρειάζεται και όταν όλες σου οι επιθυμίες εκπληρωθούν, τότε θα έρθω μόνος μου να σου το πάρω πίσω.

Έτσι είπε και κι έδωσε στον Φεγκ μία τόσο δυνατή τσιμπιά, που το παλικάρι ούρλιαξε από τον πόνο. Ο πρίγκιπας γέλασε καλόκαρδα και μετά συνόδεψε τον Φεγκ μέχρι την πόρτα και τον αποχαιρέτησε. Ο Φεγκ δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει. Έκανε μερικά βήματα και γύρισε προς τα πίσω για να δει άλλη μία φορά τον παράξενο αυτό άνθρωπο. Για μεγάλη του όμως έκπληξη δεν είδε ούτε το σπίτι ούτε το χωριό. Είχαν εξαφανιστεί σαν να τα κατάπιε η γη. Στο μέρος εκείνο βρισκόταν μονάχα μία πελώρια χελώνα που είχε πάνω στο κεφάλι της μία παράξενη άσπρη κηλίδα σε σχήμα καρδιάς. Η χελώνα πλησίασε αργά αργά προς το ποτάμι, μπήκε στο νερό και εξαφανίστηκε!

Ο Φεγκ νόμισε ότι ονειρευόταν. Η τσιμπιά όμως τον πονούσε ακόμη. Σήκωσε το μανίκι του να δει και πρόσεξε με απορία ότι πάνω στο δέρμα του είχε το σημάδι μιας μικρής χελώνας! Σαστισμένος ακόμα πιο πολύ για όλα αυτά τα παράξενα που του έτυχαν προχώρησε στο δρόμο του.

Ξαφνικά, η γη έγινε διάφανη μπροστά στα πόδια του κι είδε στο βάθος της ένα πολύ μεγάλο μαργαριτάρι. Δεν πίστευε στα μάτια του, αλλά καλού κακού έσκυψε και άρχισε να σκάβει. Τι έχω να χάσω;σκεφτόταν. Πραγματικά, εκεί μπροστά του, βρισκόταν ένα μεγάλο μαργαριτάρι! Τότε μονάχα κατάλαβε τι του συνέβαινε. Με την τσιμπιά του πρίγκιπα είχε την δύναμη να βρίσκει κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα που βρίσκονταν θαμμένα μέσα στη γη.

Γύρισε στο σπιτάκι του, μα προς μεγάλη του έκπληξη το πάτωμα έγινε διάφανο και είδε κάτω από τα ξύλα κρυμμένα λεφτά. Έσκαψε, τα πήρε κι από τότε άλλαξε εντελώς η ζωή του. Έγινε πλούσιος και μπορούσε πια να ζήσει άνετα. Κάθε τόσο γινόταν κι ένα τέτοιο θαύμα. Σε λίγο, τα δωμάτια του σπιτιού είχαν γεμίσει με αμύθητους θησαυρούς και νομίσματα, ασημένια και χρυσά.

Μία μέρα, σε κάποιον έρημο κήπο, ο Φεγκ ανακάλυψε έναν ωραίο καθρέφτη με χρυσή σκαλιστή κορνίζα. Η λάμψη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η αντανάκλαση έφτανε μίλια μακριά. Ο καθρέφτης αυτός ήταν μαγικός και είχε μια παράξενη ιδιότητα. Αν κάποια κοπέλα καθρεπτιζόταν σε αυτόν, η εικόνα της έμενε αποτυπωμένη στο γυαλί.

Όταν ο Φεγκ ανακάλυψε τη μαγική δύναμη του καθρέφτη, τον έκρυψε καλά για να μην του τον πάρει κανείς. Κάποτε διαδόθηκε στο χωριό, ότι η πιο μικρή κόρη του πρίγκιπα Σο, που την έλεγαν «Ανθισμένο Λωτό» θα περνούσε από τα μέρη τους για να πάει στην πηγή. Ο Φεγκ πήρε τον καθρέφτη του, πήγε κατά το βουνό και κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο.

Σε λίγο φάνηκε η συνοδεία της πριγκίπισσας. Σταμάτησε πολύ κοντά στο βράχο και ο Ανθισμένος Λωτός άνοιξε τις μεταξωτές κουρτίνες της άμαξας και πήδηξε έξω. Ο Φεγκ έβαλε τον καθρέφτη του σε τέτοια θέση, ώστε το πρόσωπο της πριγκίπισσας να αποτυπωθεί πάνω του. Έπειτα ευχαριστημένος έφυγε μακριά. Η γλυκιά πριγκίπισσα μέσα στον καθρέφτη χαμογελούσε τρυφερά. Ο Φεγκ δεν χόρταινε να την βλέπει, και αναστενάζοντας έκρυψε τον καθρέφτη. Όταν δεν μπορούσε ν'αντισταθεί στον πειρασμό, τον έβγαζε από την κρυψώνα του και έμενε ώρες θαμπωμένος, κοιτάζοντάς την. Κάποια στιγμή μάθανε στο χωριό ότι ο Φεγκ ήταν ερωτευμένος με τον Ανθισμένο Λωτό και ότι είχε κρυμμένη μία φωτογραφία της. Αυτό διαδόθηκε με αποτέλεσμα να φτάσει το νέο και στα αυτιά του πρίγκιπα Σου, που διέταξε τους δούλους του να φέρουν τον Φεγκ μπροστά του αλυσοδεμένο.

- Το θράσος σου δεν έχει όρια Φεγκ! του φώναξε μόλις τον είδε μπροστά του. Γι'αυτό που έκανες αύριο πρωί πρωί τα σου κόψουν το κεφάλι!

- Ξέρω ότι φταίω, παραδέχτηκε ο Φεγκ με ηρεμία και αξιοπρέπεια. Ξέρω ότι μου αξίζει, για την απρέπεια αυτή ο θάνατος. 'Ασε με όμως να σου πω ένα μυστικό. Έχω την δύναμη να βλέπω όλα τα πολύτιμα πράγματα που είναι κρυμμένα στη γη. Αν με θανατώσεις ποιον θα ωφελήσει ο θάνατός μου; Ενώ αν μου χαρίσεις την ζωή, τα πλούτη σου δεν θα χωράνε μέσα στο παλάτι.

- Ψεύτη ! φώναξε ο πρίγκιπας Σου. Ο θάνατός σου είναι κιόλας αποφασισμένος. Οι δούλοι έδεσαν τον Φεγκ με αλυσίδες και τον έκλεισαν στα υπόγεια της φυλακής ώσπου να ξημερώσει. Ο πρίγκιπας Σου θυμωμένος και αγανακτισμένος πήγε και κλείστηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του. Εκεί τον περίμενε ο Ανθισμένος Λωτός και με μελωδική φωνή του είπε:

-Καλέ μου πατέρα, γιατί στεναχωριέσαι τόσο πολύ; Τώρα πια ο Φεγκ με έχει δει. Με το θάνατό του κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει την ιστορία αυτή. Ίσα ίσα θα την θυμούνται ακόμα περισσότερο. Η πιο σωστή λύση είναι να μου τον δώσεις για άντρα μου!

- Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ όσο ζω και χτύπησε τα χέρια του δυνατά πάνω στο τραπέζι.

- Τότε κι εγώ θα πάψω να τρώω και θα πεθάνω, του αποκρίθηκε λυπημένα ο Ανθισμένος Λωτός.

Ο Σου δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του. Τη αγαπούσε όμως τόσο πολύ την κόρη του που αμέσως διέταξε να αναβληθεί η εκτέλεση του Φεγκ για τρεις μέρες. Τρεις ολόκληρες μέρες ο πρίγκιπας πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο της κόρης του ρωτώντας τις σκλάβες όλο αγωνία για την κόρη του. Εκείνες κουνούσαν λυπημένα το κεφάλι τους λέγοντας:

- Δεν τρώει και κλαίει συνέχεια. Λιώνει σαν την λαμπάδα.

Πραγματικά η μικρή πριγκίπισσα δεν άγγιζε πια ούτε τα φαγητό ούτε το νερό που της πήγαιναν. Τα ρόδινα μαγουλάκια της χλώμιασαν και τα υπέροχα μάτια της έκαναν μαύρους κύκλους από το κλάμα. Η ομορφιά της είχε μαραθεί. 'Αδικα ο πρίγκιπας πατέρας της προσπαθούσε να την κάνει να αλλάξει γνώμη. Η απάντηση πάντα η ίδια:

- Θέλω να παντρευτώ τον Φεγκ! Κι αν δεν μου τον δώσεις θα πεθάνω!

Τι να κάνει ο πρίγκιπας, φοβήθηκε τόσο πολύ μήπως χάσει το παιδί του, ώστε πιο θυμωμένος από πριν διέταξε να αφήσουν ελεύθερο τον Φεγκ.

- Στην κόρη μου να χρωστάς την χάρη που σε αφήνω ελεύθερο. Μαράζωσε για σένα. Με κανένα τρόπο δεν ήθελα να παντρέψω το παιδί μου με έναν ακαμάτη και φτωχό σαν εσένα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σου βρίσκει και θέλει να σε παντρευτεί. Σου την δίνω γυναίκα σου αλλά να το ξέρεις πως πληγώνεται η ψυχή μου, γιατί δεν είσαι ικανός ούτε ένα δώρο να της χαρίσεις αντάξιο με την ομορφιά και τα χαρίσματά της. Φρόντισε λοιπόν να παντρευτείτε όσο πιο γρήγορα γίνεται και πιο κρυφά. Εγώ σε περιφρονώ, και δεν θέλω να είμαι κοντά σας την ώρα του γάμου σας.

Ο Φεγκ δεν μπορούσε να κρύψει την χαρά του. Υποκλίθηκε μπροστά του με σεβασμό και συγκινημένος του είπε:

- Σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, πρίγκιπα Σου, και πιο πολύ ακόμα την πριγκίπισσα κόρη σου, που καταδέχτηκε να με θελήσει για άντρα της. Πηγαίνω γρήγορα σπίτι μου να σας ετοιμάσω τα δώρα που θα σας στείλω. Ελπίζω να μην μετανιώσεις που με έκανες γαμπρό σου! Και ο Φεγκ έφυγε τρέχοντας.

Πήρε χίλιους σκλάβους και τους έντυσε με χρυσά ρούχα. Έπειτα έδωσε στον καθένα τους να κρατά μία κούπα από ατόφιο χρυσάφι γεμάτη πολύτιμα πετράδια, διαμάντια, μαργαριτάρια, ζαφείρια, ρουμπίνια, σμαράγδια, περιδέραια, διαδήματα, χρυσές καρφίτσες, βραχιόλια και χίλια δυο άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Ο πρίγκιπας Σου περίμενε κατσουφιασμένος στον θρόνο του τον γυρισμό του Φεγκ, όταν του ανήγγειλαν τους σκλάβους που έφερναν δώρα. Όλα φυσικά τα περίμενε εκτός από αυτό. Μία ατελείωτη σειρά δούλων έμπαινε από την πόρτα αφήνοντας στα πόδια τους τις χρυσοσκαλισμένες κούπες. Όταν κάποια στιγμή τελείωσαν παρουσιάστηκε ο Φεγκ και του είπε:

- Πρίγκιπα πατέρα μου, αυτό είναι το πρώτο μου δώρο για σένα. Θα ακολουθήσουν κι άλλα. Σου υποσχέθηκα να σε γεμίσω με πολυάριθμα πλούτη και κρατώ τον λόγο μου, μια και μου φέρθηκες τόσο μεγαλόψυχα.

Ο πρίγκιπας Σου κατέβηκε από τον θρόνο του και αγκάλιασε σφιχτά τον Φεγκ. Ήταν κατασυγκινημένος και δεν μπορούσε να μιλήσει από την χαρά του. Πόσο χαιρόταν τώρα που του χάρισε την ζωή! Η πατρική του καρδιά είχε πια ησυχάσει με την σκέψη ότι η πολυαγαπημένη του κόρη είχε βρει ένα αντάξιό της. Στον γάμο τους ήταν όλοι ευτυχισμένοι και δεν βρέθηκε άνθρωπος να μην παραδεχτεί ότι ήταν ο πιο λαμπρός και πιο συγκινητικός γάμος που έγινε ποτέ. Μα πιο ευτυχισμένοι από όλους ήταν ο Φεγκ και ο Ανθισμένος Λωτός, που πήγαν να ζήσουν σε ένα όμορφο παλάτι. Στην πιο ωραία αίθουσα και στην καλύτερη θέση έβαλαν τον μαγικό καθρέφτη, πάνω σε μετάξια και βελούδα. Το γυαλί του φάνταζε ακόμα η αιθέρια ομορφιά της πανέμορφης πριγκιποπούλας !

Πέρασε αρκετός καιρός. Οι δύο σύζυγοι ζούσαν πάντα ευτυχισμένοι και βοηθούσαν όλους όσους είχαν την ανάγκη τους. Ο Φεγκ εξακολουθούσε να βρίσκει μέσα στη γη κρυμμένους θησαυρούς και να τους χρησιμοποιεί για καλοσύνες και αγαθοεργίες. Κάποιο βράδυ που ήταν μόνος στο δωμάτιο του, άνοιξε η πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι, ευγενικός και μεγαλόπρεπος ο 8ος πρίγκιπας του ποταμού Τάο. Γεμάτος χαρά ο Φεγκ υποκλίθηκε μπροστά του και τον παρακάλεσε να καθίσει στον μαλακό καναπέ. Ο πρίγκιπας όμως έμεινε όρθιος.

- Δεν έχω πολύ καιρό στην διάθεσή μου και δεν θα μπορέσω να μείνω κοντά σου παρ' όλο που το θέλω πολύ. Τώρα που πραγματοποιήθηκαν όλες σου οι επιθυμίες ήρθα να σου πάρω το φυλαχτό που σου χάρισα. Είμαι σίγουρος ότι δεν το χρειάζεσαι πια! Έτσι είπε κι έδωσε στο χέρι του Φεγκ μία τόσο δυνατή τσιμπιά, ώστε τα μάτια του δάκρυσαν από τον πόνο.

Το παλικάρι τα σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του, όταν όμως κοίταξε γύρω του, το στοιχειό είχε χαθεί. Σήκωσε το μεταξωτό του μανίκι για να τρίψει το μέρος που τον πόνεσε τόσο πολύ κι είδε έκπληκτος και όλο απορία ότι το σημάδι της χελώνας που είχε στο χέρι του είχε εξαφανιστεί. Βγήκε γρήγορα από τα διαμερίσματά του κι έτρεξε για να προλάβει να ευχαριστήσει άλλη μια φορά τον μεγάλο του ευεργέτη που εξ αιτίας του έγινε πολύ πλούσιος και παντρεύτηκε την πριγκιποπούλα και ζούσε ευτυχισμένος, αλλά ούτε έξω στον δρόμο υπήρχε κανένας. Μονάχα μια χελώνα με μία παράξενη κηλίδα πάνω στο κεφάλι της προχωρούσε αργά αργά το ποτάμι, έφτασε, μπήκε μέσα και εξαφανίστηκε κάτω από το νερό...

ΠΗΓΗ: Kινέζικο παραμύθι

Online Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 66 επισκέπτες και κανένα μέλος