Μια φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Ήταν το πρώτο σοβαρό ρήγμα στη σχέση τους. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα, και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους.
Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά, και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών φράσεων.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο με την εργαλειοθήκη ενός ξυλουργού.
- Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών, είπε. Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος.
- Πράγματι, αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε εκείνο το απέναντι αγρόκτημα. Εκεί μένει ο γείτονάς μου. Στην πραγματικότητα, είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσά μας. Λοιπόν, μπορεί να κατάφερε να με εκνευρίσει, αλλά εγώ θα κάνω κάτι χειρότερο.
- Βλέπεις αυτό το σωρό με τα ξύλα μπροστά στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπό του.
Ο ξυλουργός απάντησε:
- Νομίζω ότι καταλαβαίνω την κατάσταση. Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου.
- Γιατί γιαγιά το εκκλησάκι του Αϊ-Λια είναι ψηλά, πάνω στο βουνό; Τι το θέλει στην κορφή, δεν αγαπάει τη θάλασσα; ρώτησε ο μικρός Αλέξανδρος τη γιαγιά του.
- Κάθε άλλο, του λέει η γιαγιά του. Είναι μεγάλη ιστορία Αλέξανδρε, άκου για να μάθεις!
- Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αϊ-Λιας μπήκε από μικρός στα βάσανα της θάλασσας και γέρασε πάνω στο κύμα και μέσα στις φουρτούνες. Κακόπαθε τόσο πολύ ως ναύτης και κόντεψε τόσες φορές να πνιγεί, που βαρέθηκε πια τη θάλασσα και τα ταξίδια κι αποφάσισε, όταν γέρασε, να πάει σ' ένα μέρος που να μην ξέρουν οι άνθρωποι ούτε τι θα πει καράβι αλλά ούτε τι θα πει και θάλασσα.
- Πήρε λοιπόν το κουπί του στον ώμο και βγήκε στη στεριά. Περπάταγε, περπάταγε βδομάδες και μήνες, και όποιον συναντούσε του έδειχνε το κουπί και τον ρωτούσε: «Ξέρεις τι είναι αυτό;» «Κουπί» του λέγανε... Και ο Αϊ-Λιας έπαιρνε πάλι το δρόμο και όλο ανέβαινε και πιο ψηλά ώσπου κάποτε έφτασε στην κορυφή ενός βουνού.
- Ρωτά τους ανθρώπους που βρήκε εκεί πάνω: «Τι είναι αυτό που κρατώ;», «Ξύλο» του λένε. Τότε κατάλαβε πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους μήτε θάλασσα μήτε κουπί και έμεινε μαζί τους.
Γι' αυτό όταν χτίζουν καμιά εκκλησία στις βουνοκορφές, τη χτίζουν πάντα στο όνομα του προφήτη Ηλία.
Ο Άγιος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων. Πολλά είναι και τα πανηγύρια που γίνονται προς τιμήν του στις 20 Ιουλίου.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά. Κάθε μέρα γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη.

Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όσο δούλευε τόσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.
- Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.
Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη - και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα - δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος. Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
- Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.
Το 1976, σε μια φυλακή της Ουρουγουάης οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια, να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.
Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν ή να λαμβάνουν ζωγραφιές με εγκύους γυναίκες, ζευγάρια, πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.
Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε "ιδεολογικές ιδέες", δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.
Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά. Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής.
Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα. Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η ζωγραφιά περνάει.
Ο Ντιντοσκό την παινεύει για το έργο της και την ρωτά για τους μικρούς χρωματιστούς κύκλους που φαίνονται πάνω στα δέντρα, κάτι πολλοί μικροί χρωματιστοί κύκλοι ανάμεσα στα κλαδιά:
- Είναι πορτοκάλια; Τι φρούτα είναι;
Η μικρή τον κάνει να σωπάσει.
- Σσσστ...
Και συνωμοτικά του εξηγεί:
- Χαζούλη, δε βλέπεις ότι είναι μάτια; Τα μάτια των πουλιών που σου έφερα κρυφά!
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...