
Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε.
- Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας.
Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε.
- Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτoύ, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!
Ένα αγόρι που λεγόταν Λινγκ, ήταν εκεί εκείνη την ημέρα και όπως όλοι οι άλλοι, πήρε κι αυτός ένα σπόρο. Πήγε σπίτι του και γεμάτος ενθουσιασμό διηγήθηκε στη μητέρα του τι συνέβη. Η μητέρα του τον βοήθησε να βρει μια γλάστρα και χώμα κι αυτός φύτεψε το σπόρο και τον πότισε προσεχτικά.
- Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;
Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:
- Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως... και ύστερα από μια παύση συνέχισε, αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω.
- Ε, μετά χαράς δάσκαλε είπε διστακτικά ο νεαρός νοιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν για άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.
- Ωραία, συνέχισε ο δάσκαλος, έβγαλε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας:
- Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.
Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι' αυτό.
Όταν το παιδί έλεγε "ένα χρυσό φλουρί" άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά.
Πριν από καιρό ένας πατέρας τιμώρησε την πεντάχρονη κόρη του, γιατί σπατάλησε χρήματα για να αγοράσει χρυσό χαρτί περιτυλίγματος για να διακοσμήσει ένα κουτί. Ήταν φτωχοί και δεν είχαν καθόλου χρήματα.
Την επόμενη μέρα ήταν Χριστούγεννα και το παιδί πήγε το δώρο στον πατέρα και του είπε:
- Αυτό είναι για σένα.
Ο πατέρας ξαφνιάστηκε στην αρχή, καθώς την προηγούμενη ημέρα είχε αντιδράσει υπερβολικά. Θύμωσε όμως πολύ όταν άνοιξε το κουτί και αυτό ήταν άδειο. Μίλησε με αυστηρό τόνο στην κόρη του:
- Δεν ξέρεις ότι όταν κάνεις ένα δώρο πρέπει να έχει και κάτι μέσα;
Η μικρή τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και του απάντησε:
- Δεν είναι κενό. Έχω φυσήξει πολλά φιλιά μέσα. Είναι όλα για σένα!...

- Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη; ρώτησε ο Θεός.
- Αν σας περισσεύει χρόνος, απάντησα.
Ο Θεός χαμογέλασε και είπε:
- Έχω μια μέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;
- Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;
Κι ο Θεός απάντησε:
- Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δεν ζουν ούτε στο μέλλον ούτε στον παρόν. Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν ζήσει καθόλου. Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητά τους. Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά. Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα λεφτά για να ξαναβρούν την υγειά τους.
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...