Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά.
Όλοι φαντάστηκαν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: «Είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο;». Αντί όμως αυτό, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό ρώτησε:
- Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;
Οι απαντήσεις που έδωσαν οι φοιτητές κυμάνθηκαν από 200 έως 600 γραμμάρια.
Τότε ο καθηγητής χαμογέλασε και είπε:
- Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι. Αν το κρατάω ψηλά για ένα λεπτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν το κρατήσω έτσι για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου. Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατώ τόσο βαρύτερο γίνεται.
Ο καθηγητής συνέχισε λέγοντας:
- Τα άγχη, οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν. Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιό του τον έφαγε ένα λιοντάρι. Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι.

Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.
Ο ζωγράφος γέμισε τους τοίχους με όλων των ειδών τις ζωγραφιές: με θάλασσες όπου κολυμπούσαν φάλαινες και δελφίνια, με τον ουρανό όπου πετούσαν πλήθος πουλιά, με άγρια και πυκνά δάση όπου τριγυρνούσαν δεκάδες αγρίμια.
Η παρακάτω παραβολή βασίζεται στο 16σέλιδο δοκίμιο Thrower Star του Loren Eiseley (1907-1977), που δημοσιεύθηκε το 1969 στο The Unexpected Universe. Thrower Star είναι επίσης ο τίτλος μιας ανθολογίας με έργα του Eiseley, που εκδόθηκαν το 1978, (συμπεριλαμβανομένου του δοκιμίου), το οποίο ολοκληρώθηκε λίγο πριν από το θάνατο του. Η ιστορία υιοθετήθηκε και προσαρμόστηκε από πολλούς ομιλητές στο διαδίκτυο και έχει εμπνεύσει φιλανθρωπικούς φορείς, παρέχοντας ένα συναρπαστικό όραμα για την προώθηση της φιλανθρωπίας.
Μια μέρα, ένας άνθρωπος περπατούσε στην ακρογιαλιά. Την προηγούμενη νύχτα είχε προηγηθεί σφοδρή θαλασσοταραχή και η φουσκοθαλασσιά είχε ξεβράσει στην ακτή εκατοντάδες αστερίες.
Κάποια στιγμή είδε ένα μικρό παιδί να σκύβει στην άμμο, να σηκώνει κάτι και πολύ απαλά και να το ρίχνει μέσα στην θάλασσα.
Η κίνηση αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές, και του κέντρισε τόσο πολύ το ενδιαφέρον που πλησίασε για να δει από κοντά.
Με έκπληξη τότε διαπίστωσε ότι το παιδί μάζευε τους ξεβρασμένους αστερίες και τους έριχνε πάλι στη θάλασσα. Καθώς το παιδί ήταν αφοσιωμένο στο έργο του και δεν τον είχε αντιληφθεί, ο άνθρωπος στάθηκε και το παρατηρούσε για αρκετή ώρα .
Κάποια στιγμή ο άνθρωπός μας αποφάσισε να κάνει πιο αισθητή την παρουσία του και του φώναξε:
- Καλημέρα! Τι κάνεις εδώ;
Το παιδί, σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε τον άνδρα και του απάντησε.
- Δε βλέπεις; Πετάω τους αστερίες πίσω στην θάλασσα.
Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα ευρώ και 11 λεπτά. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.
Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.
- Τι θέλεις; την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος. Δεν βλέπεις ότι μιλώ με τον αδελφό μου που έχω χρόνια να τον δω.
Τότε η μικρή του είπε:
- Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!
- Συγγνώμη, της απάντησε αυτός, αλλά δεν πουλάμε θαύματα.
- Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα...
Ο αδελφός του φαρμακοποιού που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...