Πριν από καιρό ένας πατέρας τιμώρησε την πεντάχρονη κόρη του, γιατί σπατάλησε χρήματα για να αγοράσει χρυσό χαρτί περιτυλίγματος για να διακοσμήσει ένα κουτί. Ήταν φτωχοί και δεν είχαν καθόλου χρήματα.
Την επόμενη μέρα ήταν Χριστούγεννα και το παιδί πήγε το δώρο στον πατέρα και του είπε:
- Αυτό είναι για σένα.
Ο πατέρας ξαφνιάστηκε στην αρχή, καθώς την προηγούμενη ημέρα είχε αντιδράσει υπερβολικά. Θύμωσε όμως πολύ όταν άνοιξε το κουτί και αυτό ήταν άδειο. Μίλησε με αυστηρό τόνο στην κόρη του:
- Δεν ξέρεις ότι όταν κάνεις ένα δώρο πρέπει να έχει και κάτι μέσα;
Η μικρή τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και του απάντησε:
- Δεν είναι κενό. Έχω φυσήξει πολλά φιλιά μέσα. Είναι όλα για σένα!...

- Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη; ρώτησε ο Θεός.
- Αν σας περισσεύει χρόνος, απάντησα.
Ο Θεός χαμογέλασε και είπε:
- Έχω μια μέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;
- Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;
Κι ο Θεός απάντησε:
- Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δεν ζουν ούτε στο μέλλον ούτε στον παρόν. Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν ζήσει καθόλου. Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητά τους. Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά. Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα λεφτά για να ξαναβρούν την υγειά τους.
Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...

Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.
Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.
Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.
Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.
Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.
Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.
Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.
Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.
Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.
Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.
Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.

Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει,
- Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία και αμέσως διορθώνει, στη δική μου παραλία. Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες...
Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα. Ίσως γι΄ αυτό, όπως βγαίνει πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...