Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν παραμύθια, έτυχε ο προπάππος του προπάππου μου να ακούσει μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.
Μπορεί όμως και να είναι ένα παραμύθι που μοιάζει με αληθινή ιστορία. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που άλλος πιστεύει το πρώτο και άλλος το δεύτερο, γι' αυτό μπορείτε κι εσείς να πιστέψετε αυτό που σας φαίνεται πιο σωστό.
Λένε, πως ένα πουλί που πετούσε από δω και από κει, άφησε να πέσει από το ράμφος του ένα σπυρί. Έπεσε ανάμεσα σε δυο πλαγιές ενός ψηλού πέτρινου γκρίζου βουνού.
Την άλλη χρονιά στη θέση που έπεσε ο σπόρος φύτρωσε ένα μικρό, τόσο δα πράσινο κλαράκι.
Ο καιρός περνούσε και το κλαράκι έγινε κλωνί και το κλωνί έγινε κλώνος και ο κλώνος έγινε ένα μικρό όμορφο δεντράκι.
Το βουνό σαν είδε την καινούργια ζωή, ένιωσε χαρά μεγάλη.
«Επί τέλους, είπε, δεν θα είμαι μόνο από πέτρα, θα έχω και κάτι πράσινο να απαλύνει τη μοναξιά μου, ίσως αλλάξω και γίνω ένα καταπράσινο βουνό, ίσως γίνω και ένα δάσος και τότε, πω-πω τι ευτυχία, πουλιά θα πετούν γύρω μου και θα μου τραγουδούν».
Έτσι σκεφτόταν το πέτρινο βουνό και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει το μικρό δέντρο να μεγαλώσει.
Και πραγματικά, καθώς οι χειμώνες και τα καλοκαίρια έρχονταν και έφευγαν και καινούργιοι χειμώνες και καινούργια καλοκαίρια έβλεπαν το δέντρο να μεγαλώνει, το μικρό δεντράκι ψήλωσε, δυνάμωσε και τίναξε κλώνους και κλωνιά, έτσι που έγινε ένα κανονικό δέντρο.
Το βουνό καμάρωνε και χαιρόταν και από τη χαρά του άρχισε να ομορφαίνει.
Μια φορά κι έναν καιρό ένας κυνηγός ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει τα βόδια και τα άλογά του. Ξεκίνησε λοιπόν χαράματα οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το λιοντάρι που του είχε κάνει τόσες καταστροφές.
Έξω από το κτήμα του βρήκε εύκολα τα ίχνη του λιονταριού. Στην αρχή ήταν μια πλατιά ματωμένη γραμμή που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, τα οποία τα είχε σκοτώσει.
Ο κυνηγός τις ακολούθησε ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί από κει και πέρα δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.
Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα ίχνη του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα έχασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήταν πολύ δύσκολο ν' ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη που άφησε στο πέρασμά του το λιοντάρι καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.
Προχωρώντας έτσι ο κυνηγός έφτασε σ' ένα μέρος όπου κάποιος υλοτόμος έκοβε δέντρα.
- Καλημέρα! Του είπε ο υλοτόμος.
- Καλημέρα.
- Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός;
- Ναι.
- Ένα λιοντάρι μου έφαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα ίχνη του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε ίχνη λιονταριού;
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος γιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σε ένα μακρινό δάσος για να ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του. Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του έταξαν πως σε ένα χρόνο και μια μέρα, θα είχε τον διάδοχο. Και σε ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσα γέννησε παιδί.
Την άλλη νύχτα από την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκαν μπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους. Η πρώτη νεράιδα είπε:
- Θα είσαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.
Η δεύτερη είπε:
- Θα είσαι τίμιος και σοφός.
Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
- Μα θα έχεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ περήφανος.
Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τι του έταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντρο κι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρό μεγάλωναν και τα αυτιά του.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέ για βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένει σεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;
Κι έτσι έκρυβαν τα αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα ένα ειδικό κασκέτο. Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα. Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο του κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να έρθει η μέρα για να γίνει βασιλιάς.
Μια φορά ένας γλάρος πήγε μπροστά στη θάλασσα κι είπε στα ψάρια:
- Καλά μου ψάρια, ξέρετε τι σας μέλλεται;
- Όχι, δεν ξέρουμε!
- Nα, εγώ γυρίζω στα σύγνεφα και βλέπω πως σε λίγες μέρες θα ξεραθεί τούτη η θάλασσα, που βρίσκεστε μέσα, και θα ψοφήσετε. Αν θέλετε λοιπόν, να μ' αφήσετε να σας γλιτώσω. Θα σας παίρνω λίγα λίγα στο στόμα μου και θα σας κουβαλώ σε μια θάλασσα, που δε θα στερέψει.
Τα ψάρια το πίστεψαν, και δέχτηκαν να τα πάρει ο γλάρος. Εκείνος όμως ήθελε να τα τρώει, και παίρνοντας λίγα λίγα στο στόμα του, τα πήγαινε σ' ένα μέρος στη στεριά και τα έτρωγε· ώσπου τα έφαγε όλα. Τελευταίος έμεινε ένας κάβουρας που κατάλαβε τι κάνει ο γλάρος.
- Μη με βάνεις, του λέει, στο στόμα σου, γιατί εγώ με τις δαγκανάρες μου μπορώ να πιαστώ από το λαιμό σου.
Ο γλάρος δέχτηκε και ξεκινήσανε. O κάβουρας τον παρατηρούσε· όσο πετούσαν ίσια προς την άλλη θάλασσα, δεν έκανε τίποτα, όταν όμως έβλεπε πως ο γλάρος θέλει να στρίψει προς τη στεριά, τον έσφιγγε στο λαιμό με τις δαγκάνες του, και του έλεγε:
- Ίσια να πηγαίνεις, καλέ μου γλάρε. Έτσι τον ανάγκασε να τον πάει πάλι στη θάλασσα, αλλά την τελευταία στιγμή του έδωσε μια με τις δαγκάνες του και τον έπνιξε, για να του πληρώσει το κακό που έκαμε στα ψάρια.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...