kiosterakis.gr +

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ...

Ιστορίες

Ο Χαμένος φίλος

ΚαράοΖούσαν κάποτε δυο άνθρωποι που μολονότι δεν έμοιαζαν καθόλου, ωστόσο ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Ο Καράο ήταν ψηλός και αδύνατος, με ευέξαπτο χαρακτήρα. Οι γροθιές του ήταν πάντα έτοιμες για καυγά και δεν φοβόταν κανέναν και τίποτα.

Ο φίλος του ο Πέδρο ήταν κοντός και χοντρός, με στρογγυλά γυαλιά και ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Του άρεσαν το καλό φαγητό και τα καλά βιβλία. Το μόνο που ήθελε, ήταν μια ήσυχη ζωή.

Οι δυο φίλοι ζούσαν σε ράντσα που τα χώριζαν μόλις μερικά μίλια. Συχνά έτρωγαν μαζί, στο σπίτι του Πέδρο επειδή ήταν πολύ καλός μάγειρας.

Ένα βράδυ, οι δυο φίλοι μοιράστηκαν ένα υπέροχο δείπνο που περιλάμβανε τηγανητά φασόλια με γλυκάδια χοιρινού, μπανάνες, αβοκάντο και καλαμποκόπιτα. Μετά το φαγητό, ο Πέδρο στάθηκε στην πίσω αυλή. Κοίταξε τον ουρανό και συνοφρυώθηκε. Πλήθος απειλητικά σκούρα σύννεφα μαζεύονταν στον ορίζοντα, προμηνώντας θύελλα.

- Φαίνεται πως θα έχουμε δυνατή θύελλα, είπε ο Πέδρο. Δε μένεις εδώ το βράδυ, Καράο; πρότεινε στο φίλο του.

- Δεν φοβάμαι τις θύελλες, γέλασε ο Καράο, τελειώνοντας το κρασί του. Καλύτερα όμως να ξεκινήσω πριν αρχίσει η βροχή. Δεν θέλω να βρέξω το καινούριο μου καπέλο.

- Αν είσαι βέβαιος πως δεν θα έχεις πρόβλημα..., είπε ο Πέδρο. Ήξερε πως ήταν ανώφελο να διαφωνήσει με τον φίλο του - ο Καράο ήταν ο πιο πεισματάρης άνθρωπος του κόσμου.

Ο αδύνατος άντρας πήδηξε την εξώπορτα του μαντριού και πήγε προς το άλογό του.

Περισσότερα...

Γιατί οι Χαβανέζοι τιμούν την κουκουβάγια...

Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν, στο νησί Οάχου, ένας πεινασμένος άντρας που τον έλεγαν Καπόι, σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο, στη φωλιά μιας κουκουβάγιας και πήρε μερικά αυγά.

Η κουκουβάγια
Καθώς τα τύλιγε μέσα σε φύλλα και ετοιμαζόταν να τα μαγειρέψει στη φωτιά, μια κουκουβάγια τον πλησίασε και κάθισε σ' ένα δέντρο παραδίπλα.

- Σε παρακαλώ, μην καταστρέψεις τα αυγά μου, Καπόι, έσκουξε η κουκουβάγια.

Το στομάχι του νεαρού, γουργούριζε από την πείνα. Γιατί να τα επιστρέψει, αφού τα είχε βρει αφύλαχτα!

- Είναι δικά μου τώρα, αποκρίθηκε.

- Σε ικετεύω Καπόι, μην σκοτώσεις τα παιδιά μου, είπε η κουκουβάγια φτερουγίζοντας.

Ο Καπόι ντράπηκε για τον εγωισμό του. Ξαφνικά, δεν ένοιωθε πια τόσο πεινασμένος. Πως μπορούσε να φάει τα αυγά, με την κουκουβάγια να τον παρακολουθεί;

Περισσότερα...

Ο ποταμός...

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός, λέει μια παλιά Ινδική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.

Ο ποταμός
Επειδή ήταν ρηχός, κανένας δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι όλοι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να «σχεδιάζουν» δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.

Αλλά μια μέρα ο Θεός Ίντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες διαδρομές.

Περισσότερα...

Τα Δίδυμα Αδέρφια...

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου. Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.

Η πριγκίπισσα...
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.

- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.

- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!

Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του.

Περισσότερα...

Υποκατηγορίες

Online Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 68 guests και κανένα μέλος

Πολιτική απορρήτου...

Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...