
Μία μέρα ο Διογένης έτρωγε ένα πιάτο φακές καθισμένος στο κατώφλι ενός τυχαίου σπιτιού. Δεν υπήρχε σε όλη την Ελλάδα πιο φθηνό φαγητό από μία σούπα με φακές. Μ' άλλα λόγια, αν έτρωγες φακές σήμαινε ότι βρισκόσουν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Πέρασε ένα απεσταλμένος του άρχοντα και του είπε:
- Α! Διογένη, αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος κι αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δε θα ήσουν αναγκασμένος να τρως συνέχεια φακές...
Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, σήκωσε το βλέμμα και κοιτάζοντας στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του αποκρίθηκε:
- Α, φουκαρά αδελφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνεχώς τον άρχοντα!

Μια φορά κι ένα καιρό, ζούσε σε κάποια επαρχία της Ινδίας ένας μαχαραγιάς που είχε εφτά κόρες. Κάποια μέρα τις κάλεσε στην αυλή του και τις ρώτησε:
- Πέστε μου, κορίτσια μου, το κάθε ένα από εσάς, πόσο πολύ με αγαπάτε;
Τα έξι μεγαλύτερα κορίτσια, το ένα μετά το άλλο, απάντησαν:
- Πατέρα, σε αγαπάμε όπως την πιο γλυκιά ζάχαρη...
Το έβδομο παρέμεινε σιωπηλό για λίγο, και όταν πιέστηκε να απαντήσει, είπε:
- Πατέρα, σε αγαπώ όπως το αλάτι...
Ο μαχαραγιάς, που άκουσε με μεγάλη ευχαρίστηση τις απαντήσεις των μεγαλύτερων κοριτσιών, ένιωσε πολύ θυμωμένος με την απάντηση της έβδομής του κόρης. Έτσι, με οργή, διέταξε να την απομακρύνουν αμέσως από μπροστά του και να την εξορίσουν.

Ένα βράδυ, εκεί που κάθονταν στο στάβλο, έπιασαν κουβέντα. Λέει ο γάιδαρος στο βόδι:
«Βόδι, άκουσε εμένα που σου μιλώ. Εγώ είμαι δάσκαλος, ξέρω πολλά. Αύριο που θά 'ρθει το αφεντικό να σε πάρει για ζευγάρι, να του κάνεις το ζαβλακωμένο, το άρρωστο. Μη φας 'πόψε το φαΐ σου, για να σ' έβρει αποκαμωμένο ο γεωργός και να μη σε πάρει στη δουλειά». Το βόδι, που δεν είναι καθόλου έξυπνο, γι' αυτό το λένε και «βόδι» και πιστεύει εύκολα ό,τι του λένε, άκουσε το γάιδαρο. Ήκατσε σ' ένα καντούνι κι 'κανένε το άρρωστο. Έκλεισε τα μάτια του, κατέβασε την κεφάλα του και δε μιλούσε.
Την άλλη μέρα, μπαίνει μέσα η γυναίκα του γεωργού. (Τους γεωργούς τους λέμε εμείς ξωτάρηδες. Τα παλιά χρόνια, οι γεωργοί εδώ στη Λέρο δεν όργωναν μόνο, έκαναν και άλλες δουλειές.) Βλέπει το βόδι σε κακό χάλι. Φεύγει τρομαγμένη και πάει μέσα στο σπίτι.
«Φουρτούνα μας βρήκε σήμερα. Το ζωντανό μας δεν είναι στα καλά του. Το βλέπω ζαβλακωμένο σαν άρρωστο στο καντούνι του και δε θα μπορέσεις να το πάρεις στη δουλειά!».
Ο Τεισίας ήταν μαθητής του φημισμένου εξίσου ρητοροδιδάσκαλου και πολιτικού Κόρακα, που είχε διακριθεί τον πέμπτο αιώνα στις Συρακούσες, ως έξοχος δικανικός ρήτορας. Χαρακτηριστική της ρητορικής δεινότητας των δύο ρητόρων, μαθητού και δάσκαλου ήταν η εξής ιστορία, που διηγούνταν στις Συρακούσες:

Όταν ο Τεισίας ήταν νεαρός ακόμη, επισκέφθηκε τον Κόρακα και του ζήτησε να του μάθει την τέχνη της ρητορικής. Όμως επειδή ακόμη κι αν πουλούσε όλη του την περιουσία δεν θα έφτανε να πληρώσει ούτε τα μισά δίδακτρα συμφώνησαν ότι θα τον πλήρωνε, όμως, μόνο αν τον έκανε καλό ρήτορα και κέρδιζε την πρώτη του δίκη στο δικαστήριο.
Ο Κόρακας δέχτηκε. Ο Τεισίας έγινε, μετά τετραετή διδασκαλία, εξαίρετος πράγματι ρήτορας, αλλά δεν ανελάμβανε να συνηγορήσει σε δικαστήριο, για να αποφύγει την πληρωμή. Ο Κόρακας αναγκάστηκε να καταγγείλει το μαθητή του στα δικαστήρια. Πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε τότε σ' αυτή τη δίκη, για να παρακολουθήσει τη μονομαχία ανάμεσα σε δάσκαλο και σε μαθητή.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...