Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας που είχε τρεις γιους. Τον μικρότερο τον έλεγαν Χαζούλη και όλοι τον περιφρονούσαν και τον κορόιδευαν. Κάποια μέρα ο μεγαλύτερος γιος ήθελε να πάει στο δάσος για να κόψει ξύλα. Πριν ξεκινήσει η μητέρα του, του έδωσε μια ωραία αυγόπιτα και ένα μπουκάλι με κρασί για να μην πεινάσει και να μην διψάσει. Όταν έφτασε στο δάσος, συνάντησε ένα γέρικο γκρίζο ανθρωπάκι. Το ανθρωπάκι αφού του ευχήθηκε καλημέρα του είπε: «δώσε μου ένα κομμάτι από την αυγόπιτα σου και άσε με να πιω μία γουλιά από το κρασί σου καθώς είμαι πολύ πεινασμένος και διψασμένος!»

Ο έξυπνος γιος όμως απάντησε: «Αν σου δώσω την πίτα μου και το κρασί μου, τότε δεν θα μείνει τίποτα για μένα. Πάρε λοιπόν τον δρόμο σου και μη με καθυστερείς» έτσι άφησε το ανθρωπάκι και προχώρησε. Όταν βρήκε ένα δέντρο κατάλληλο και άρχισε να το κόβει δεν πρόλαβε να συνεχίσει για πολύ. Μετά από λίγα μόνο χτυπήματα στο δέντρο, το τσεκούρι του ξέφυγε και χτύπησε το ίδιο του το χέρι. Έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει σπίτι για να του δέσουν την πληγή. Στην πραγματικότητα όμως τον τραυματισμό του τον προκάλεσε το γκρίζο ανθρωπάκι.

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ήταν βαριά άρρωστος και κανείς δεν πίστευε ότι θα κατόρθωνε να ξαναγίνει καλά. Ο βασιλιάς είχε τρεις γιους που ήταν θλιμμένοι για τον πατέρα τους και κατέβαιναν κάθε μέρα στην αυλή του παλατιού και έκλαιγαν. Τότε τους συνάντησε ένας γέρος και τους ρώτησε τι ήταν αυτό που τους απασχολούσε. Οι πρίγκιπες του είπαν για τον πατέρα τους, ότι ήταν τόσο άρρωστος δηλαδή που θα πέθαινε και κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. «Ξέρω έναν τρόπο» λέει τότε ο γέρος «είναι το νερό της ζωής. Όποιος πιει από αυτό ξαναγίνεται υγιείς, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το βρεις!». Ο μεγαλύτερος από τους γιους λέει τότε: «Εγώ θα καταφέρω να το βρω» και πήγε στον άρρωστο βασιλιά. Του ζήτησε την άδεια να φύγει και να ψάξει για το νερό της ζωής, γιατί αυτό ήταν το μόνο που θα μπορούσε να τον γιατρέψει. «Όχι» απάντησε ο βασιλιάς «ο κίνδυνος είναι μεγάλος και προτιμώ να πεθάνω.» Ο γιος όμως παρακαλούσε τόσο επίμονα που τελικά ο βασιλιάς έδωσε την συγκατάβασή του. Ο πρίγκιπας ωστόσο σκεφτόταν: «Αν καταφέρω και φέρω το νερό, τότε θα είμαι ο αγαπημένος του πατέρα μου και έτσι θα κληρονομήσω το βασίλειο!»
Αμέσως ξεκίνησε και αφού είχε ιππεύσει για αρκετό διάστημα, βρήκε έναν νάνο στο δρόμο του ο οποίος του φώναξε: «Για που το έβαλες τόσο βιαστικός;» «Χαζέ κοντοστούπη» απάντησε περήφανα ο πρίγκιπας «δεν θα σου δώσω αναφορά» και συνέχισε με το άλογο του. Ο μικρός άνθρωπος θύμωσε και μουρμούρισε κάποια μάγια. Μετά από λίγο ο πρίγκιπας έφτασε σε μια χαράδρα που βρισκόταν ανάμεσα σε δύο βουνά και όσο περισσότερο προχωρούσε τόσο στενότερη γινόταν. Τελικά το πέρασμα στένεψε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να προχωρήσει ούτε βήμα, ούτε μπορούσε να γυρίσει το άλογο ή να κατεβεί από την σέλα, έτσι έμεινε εκεί εγκλωβισμένος.
Πριν από πολλά χρόνια ζούσε ένας αυτοκράτορας που είχε στραμμένη όλη του την προσοχή στο ντύσιμό του. Τόσο πολύ του άρεσε να ντύνεται με ωραία ρούχα, που έδινε όλα τα του τα χρήματα για να αγοράζει καινούρια και να είναι ντυμένος στην εντέλεια. Δεν νοιαζόταν για τους στρατιώτες του, δεν νοιαζόταν για το θέατρο, και δεν του άρεσε να πηγαίνει βόλτα στο δάσος, παρά μόνο να επιδεικνύει τα καινούρια του ρούχα. Είχε μια καινούρια ενδυμασία για κάθε ώρα της ημέρας, και όπως λένε για άλλους βασιλιάδες ότι βρίσκονται στην αίθουσα των συσκέψεων εδώ έλεγαν: «Ο αυτοκράτορας βρίσκεται στο βεστιάριο!»

Στην μεγάλη πόλη στην οποία έμενε, υπήρχε πάντοτε πολύ κίνηση. Κάθε μέρα ερχότανε πολλοί ξένοι και κάποια μέρα ήρθαν, ανάμεσα σε άλλους, και δύο απατεώνες οι οποίοι συστήθηκαν ως πλέκτες. Έλεγαν ότι γνώριζαν πως να χρησιμοποιούν το ομορφότερο υλικό, το οποίο ούτε καν μπορούσε κανείς να φανταστεί. Τα σχέδια και τα χρώματα αυτού του υλικού δεν ήταν μόνο ασυνήθιστα όμορφα, αλλά τα ρούχα τα οποία υφαινόταν από αυτό το υλικό είχαν επίσης μια θαυμαστή ιδιότητα: ήταν αόρατα για οποιονδήποτε δεν ήταν ικανός για το αξίωμα που κατείχε ή ήταν τελείως χαζός.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας καλαθοποιός με την γυναίκα του, που είχανε επτά γιους αλλά κάθε παιδί που γεννιόταν ήτανε μικρότερο από το προηγούμενο. Όταν γεννήθηκε το μικρότερο δεν ξεπερνούσε κατά πολύ το μέγεθος του ρεβιθιού και όλοι το φώναζαν Κοντορεβιθούλη. Αν και με τον καιρό μεγάλωσε λίγο δεν αναπτύχθηκε πάρα πολύ, ήταν όμως τόσο έξυπνος και τόσο ετοιμόλογος που ξεπερνούσε κατά πολύ τα αδέρφια του.

Οι γονείς τους ωστόσο δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά με τα οικονομικά τους, γιατί το να πλέκεις άχυρα και να φτιάχνεις καλάθια δεν είναι τόσο θρεπτικό όσο το να ψήνεις ψωμί ή το να σφάζεις μοσχάρια. Και όταν οι καιροί έγιναν πολύ δύσκολοι, οι γονείς δεν ήξεραν πως να χορτάσουν τα παιδάκια του που αν και μικροσκοπικά είχαν εξαιρετική όρεξη. Έτσι ένα βράδυ πριν πέσουν για ύπνο, οι γονείς συζητούσαν τι θα μπορούσαν να κάνουν για να λύσουν το πρόβλημα τους. Τότε κατέληξαν στην απόφαση να πάρουν τα παιδιά στο δάσος με τις ιτιές, από όπου έκοβαν κλαδιά για φτιάξουν καλάθια και να τα αφήσουν κρυφά εκεί πέρα. Όμως ο Κοντορεβιθούλης που ήταν το μόνο από τα αδέρφια που δεν είχε ακόμη αποκοιμηθεί, τα είχε ακούσει όλα. Πέρασε λοιπόν όλο το βράδυ άυπνος από την στεναχώρια του και σκεφτόταν τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να γλιτώσει τον εαυτό του και τα αδέρφια του.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...