Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία γυναίκα η οποία γέννησε ένα αγοράκι. Όταν γεννήθηκε το μωρό, είχαν προβλέψει ότι θα ήταν πολύ τυχερό και ότι θα παντρευόταν την κόρη του βασιλιά μόλις γίνει δεκατεσσάρων ετών. Όλο το χωριό μιλούσε για το τυχερό παιδί που γεννήθηκε.

Μετά από λίγο καιρό έτυχε να περάσει ο βασιλιάς από το χωριό. Ήταν μεταμφιεσμένος σε χωρικό και ρωτούσε, χωρίς να τον αναγνωρίζει κανείς, για τα νέα του τόπου. Οι κάτοικοι τότε του είπαν πως γεννήθηκε ένα παιδί που όλα τα σημεία έδειχναν ότι ήταν πολύ τυχερό. Μάλιστα είχαν προβλέψει ότι θα παντρευόταν την κόρη του βασιλιά μόλις γίνει δεκατεσσάρων χρονών.
Ο βασιλιάς όμως είχε κακή καρδιά και θύμωσε με το ενδεχόμενο να κάνει γαμπρό το φτωχό χωριατόπουλο. Έτσι πήγε στους φτωχούς γονείς του παιδιού και τους είπε ευγενικά: «...αφήστε μου το παιδί και θα το φροντίσω εγώ όπως πρέπει.» Αρχικά οι γονείς αρνήθηκαν, όταν όμως τους πρόσφερε πολύ χρυσάφι άλλαξαν γνώμη. Σκέφτηκαν ότι η τύχη του παιδιού έστειλε τον ξένο και πως θα ήταν καλύτερα να μεγαλώσει μαζί με κάποιον που διέθετε τόσα πολλά χρήματα. Έτσι τελικά δέχτηκαν και του έδωσαν το παιδί.
Ήταν μία ηλιόλουστη ημέρα. Ένας ραφτάκος καθόταν πλάι στο παράθυρο και έραβε ορεξάτος όταν είδε να περνάει μια χωριάτισσα που πουλούσε μαρμελάδες. Η χωριάτισσα φώναζε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Εδώ η καλή η μαρμελάδα, εδώ η καλή η μαρμελάδα».

Ο ραφτάκος λιγουρεύτηκε τη μαρμελάδα και έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο: «Εδώ καλή μου κυρία, εδώ θα απαλλαγείτε από την πραμάτεια σας. Ελάτε ανεβείτε στο φτωχικό μου» φώναξε.
Η χωριάτισσα ανέβηκε τα τρία σκαλοπατάκια προς την πόρτα του ράφτη λαχανιασμένη. Ο ραφτάκος ζήτησε να δει το σύνολο της πραμάτειας και άνοιξε τα καπάκια από όλες τις κατσαρόλες που κουβαλούσε η γυναίκα. Έλεγξε μία προς μία της κατσαρόλες, τις σήκωσε ως την μύτη του, τις μύρισε ώσπου κατέληξε: «Η μαρμελάδα σας μου φαίνεται καλή, βάλτε μου 80 γραμμάρια. Ακόμα και ένα δέκατο του κιλού να μου βάλετε δεν θα με πειράξει καθόλου!»
Η αγρότισσα είχε ελπίσει ότι θα έκανε μια καλή μπάζα. Έτσι έδωσε στον ραφτάκο την μαρμελάδα που ζήτησε, δεν έκρυψε όμως την δυσφορία της και έφυγε μουρμουρίζοντας.
Ένα πρωινό, πολύ νωρίς, ένας γάιδαρος παράτησε το αγρόκτημα όπου ζούσε και πήρε το δρόμο για τη γερμανική πόλη Βρέμη. Είχε δουλέψει πάρα πολλά χρόνια, πολύ σκληρά για το αφεντικό του, αλλά τώρα πια είχε γεράσει και είχε κουραστεί. Καταλάβαινε πως ήταν πια άχρηστος στο αγρόκτημα κι αποφάσισε να κερδίσει τη ζωή του δουλεύοντας ως μουσικός στη Δημοτική Ορχήστρα της Βρέμης.

Αφού περπάτησε κάμποση ώρα, ο γάιδαρος είδε ένα γέρικο κυνηγόσκυλο που χασμουριόταν κι αναστέναζε, ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου.
- Τι έχεις φίλε, ρώτησε ο γάιδαρος σταματώντας, γιατί χασμουριέσαι και αναστενάζεις;
- Αχ καλέ μου, αναστέναξε ο σκύλος, είμαι πια πολύ γέρος για να κυνηγάω. Ο κύριός μου με χτυπάει κάθε μέρα κι έτσι κι εγώ το 'σκασα. Το μόνο που μου μένει πια, είναι να ξαπλώσω εδώ και να πεθάνω από την πείνα.
Ο Φεγκ ήταν ένα καλό και αγαθό παλικάρι. Ήταν μάλιστα τόσο καλό , ώστε δεν έλεγε ποτέ όχι σε κανέναν κι έτσι με το να δίνει πρόθυμα τα λεφτά του δανεικά σε όποιον του ζητούσε, έγινε γρήγορα φτωχός. Κανένας από τους οφειλέτες του δεν θυμόταν ποτέ να του πληρώσει τα χρέη. Ο μόνος που δεν τα ξεχνούσε ήταν ένας φτωχός ψαράς, που για να τον αποζημιώσει του έστελνε κάπου κάπου καμιά χελώνα για δώρο.
Μία φορά του έφερε μία πελώρια χελώνα, που είχε πάνω στο κεφάλι της μια παράξενη κηλίδα.
- Ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί τέτοια μεγάλη χελώνα, φώναξε γεμάτος θαυμασμό ο Φεγκ και άφησε το ζώο ελεύθερο...
Πέρασε πολύς καιρός και ο Φεγκ είχε ξεχάσει ολότελα την παράξενη χελώνα που του είχε κάνει δώρο ο φτωχός ψαράς.
Ένα δειλινό, την ώρα που γύριζε σπίτι του ακολουθώντας ένα πολύ στενό μονοπατάκι δίπλα στο ποτάμι, ο Φεγκ είδε ξαφνικά μπροστά του έναν άνθρωπο ψηλό και γεμάτο, ντυμένο με φανταχτερά πλούσια ρούχα. Πίσω του τέσσερις νέοι σκλάβοι προχωρούσαν με μεγάλο σεβασμό. Ο πλουσιοντυμένος άνθρωπος στάθηκε και του φώναξε αυταρχικά:
- Κάνε τόπο να περάσω!
Ο Φεγκ όπως ξέρετε, ήταν πολύ καλός χαρακτήρας. Και δεν καυγάδιζε ποτέ του. Πειράχτηκε όμως πολύ με το ύφος αυτού του άγνωστου ανθρώπου που έδινε διαταγές.
- Δεν σας ξέρω, του αποκρίθηκε κοφτά, αλλά σας δηλώνω ότι δεν πρόκειται να το κουνήσω από την θέση μου.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...