Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουγε μαχμουρλίδικα.
Αμολούσε σ' όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν' ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι' αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν' ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα(1) του παλατιού, ήθελε ν' ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες(2) σ' όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
- Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
Ένας επιχειρηματίας ήταν βαθιά χρεωμένος και δεν έβλεπε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να βρει μια διέξοδο στα οικονομικά του προβλήματα. Οι πιστωτές του τον πίεζαν. Οι προμηθευτές του απαιτούσαν τα χρήματά τους.
Καθόταν μόνος και απελπισμένος σε ένα παγκάκι, όταν τον πλησίασε ένας ηλικιωμένος άνδρας.
- Βλέπω ότι σε απασχολεί κάτι, του είπε ο ηλικιωμένος.
Αφού άκουσε την ιστορία και τα προβλήματά του, τού είπε:
- Πιστεύω ότι μπορώ να σε βοηθήσω.
Τον ρώτησε πώς τον λένε και του έγραψε μια επιταγή που την έβαλε στο χέρι του λέγοντας:
- Πάρε αυτά τα χρήματα. Θέλω να με συναντήσεις ακριβώς σε ένα χρόνο από σήμερα και να μου τα επιστρέψεις.
Αμέσως μετά, σηκώθηκε και έφυγε με γρήγορα βήματα.
Ο επιχειρηματίας είδε έκπληκτος το ποσό των $500.000 να είναι γραμμένο στην επιταγή και από κάτω να φαίνεται ξεκάθαρο το ονοματεπώνυμο John D. Rockefeller, που ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να εξαφανίσει όλες του τις οικονομικές έγνοιες με αυτή την επιταγή. Παρόλα αυτά, αποφάσισε κάτι άλλο. Να κρατήσει την επιταγή στο χρηματοκιβώτιό του και να μη την εξαργυρώσει.
Όταν ήμουν νέος, ήμουν ενθουσιασμένος με την κωπηλασία. Είχα μια μικρή βάρκα, και πήγαινα στη λίμνη μόνος μου. Έμενα εκεί για ώρες ολόκληρες. Κάποτε, μια όμορφη νύχτα, έτυχε να διαλογίζομαι στη βάρκα μου με κλειστά μάτια. Τότε μια άλλη βάρκα ακολουθώντας το ρεύμα πλησίασε και χτύπησε τη βάρκα μου. Τα μάτια μου ήταν κλειστά, αλλά κατάλαβα ότι κάποιος με τη βάρκα του χτύπησε τη δική.

Θυμός γεννήθηκε μέσα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν έτοιμος να πω θυμωμένος κάτι σ' αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι η βάρκα ήταν άδεια! Και δεν υπήρχε τρόπος να εκτονωθεί ο θυμός μου. Προς ποιόν θα τον εξέφραζα; Η βάρκα ήταν άδεια, απλώς έπλεε ακολουθώντας το ρεύμα από μόνη της και ήρθε και χτύπησε τη βάρκα μου. Έτσι δεν υπήρχε τίποτε να κάνω. Δεν υπήρχε δυνατότητα να εκτονώσω τον θυμό μου σε μια άδεια βάρκα.
Κάποτε, ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ βγήκε στον απογευματινό του περίπατο. Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι και ζητούσε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκυ ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του. Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε:
- Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω.
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα. Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρώ αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...