Σε δέκα περίπου χρόνια ένα νέο τηλεσκόπιο θα μπορούσε να μας δείξει πως φτιάχτηκε το σύμπαν και επίσης αν κάπου εκεί έξω υπάρχει ζωή. Παρά το κόστος του θα είναι η καλύτερη επιστημονική επένδυση που θα μπορούσε να γίνει. Αυτά μας λέει σε άρθρο του ο Raymond Zreick, ο οποίος είναι ειδικός στην πυρηνική φυσική.


Το πιο φιλόδοξο σχέδιο για την παρατήρηση του ουρανού είναι το E-ELT (European Extremely Large Telescope), ένα νέο τηλεσκόπιο που θα κατασκευαστεί στα βουνά της Χιλής, σε υψόμετρο 3.000 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ένα μωσαϊκό αποτελούμενο από χίλια περίπου κάτοπτρα θα δημιουργούν ένα γιγάντιο κυκλικό κάτοπτρο που θα καλύπτει μια περιοχή με 40 μέτρα διάμετρο.
Είναι μια εξίσωση ικανή να «λύσει» το πρόβλημα της εγκληματικότητας; Μη βγάλετε μολύβι και χαρτί. Δε μιλάμε για απλή μαθηματική εξίσωση...
Μοιάζει απίστευτο, ίσως ακόμη κι εκτός πραγματικότητας. Σύμφωνα όμως με Αμερικανούς επιστήμονες είναι πέρα για πέρα δυνατό. Ομάδα μαθηματικών κι άλλων επιστημόνων του πανεπιστημίου του Λος Άντζελες (UCLA) ανέπτυξε ένα μαθηματικό - στατιστικό μοντέλο, το οποίο φιλοδοξεί να προβλέψει σε ποιά σημεία θα «χτυπήσουν» οι κλέφτες.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Στιβ Κάντρελ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό μαθηματικής ανάλυσης της Εταιρίας Βιομηχανικών και Εφαρμοσμένων Μαθηματικών "Journal on Mathematical Analysis", αναλύουν χωρικά και χρονολογικά δεδομένα από τις έως τώρα κλοπές σε μία πόλη για να εντοπίσουν «καυτά» σημεία εγκληματικότητας.
Μπορούν έτσι να εκτιμήσουν κατά προσέγγιση σε ποιες περιοχές ή γειτονιές είναι πιθανότερο να συμβούν τα επόμενα κρούσματα κλοπών. Η πρόβλεψη αυτή θα μπορούσε μελλοντικά να βοηθήσει την αστυνομία να επικεντρώσει καλύτερα την αστυνόμευση.
Το νέο μοντέλο πρόβλεψης βασίζεται στην ανάλυση -με μαθηματικά «εργαλεία»- προτύπων και τάσεων σε σειρές δεδομένων, μία δραστηριότητα που μελετάται εδώ και δεκαετίες όχι μόνο στα φυσικά και βιολογικά συστήματα, αλλά και στα κοινωνικά, ώστε να προβλεφθούν μελλοντικές συμπεριφορές και συμβάντα.
Αυτή η αξιοποίηση των μαθηματικών, έχει ενταθεί τελευταία στο πεδίο της επιδεινούμενης εγκληματικότητας, καθώς έχει εμπειρικά παρατηρηθεί ότι οι κλοπές κι άλλες μορφές παράνομων δραστηριοτήτων συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές στο χώρο και σε συγκεκριμένες περιόδους στο χρόνο.
Η Διεθνής Ένωση Καθαρής και Εφαρμοσμένης Χημείας (IUPAC) ενέκρινε επίσημα τα ονόματα των δύο νέων βαρέων στοιχείων που έρχονται να προστεθούν στον πασίγνωστο Περιοδικό Πίνακα. Πρόκειται για το Φλερόβιο (στοιχείο 114, σύμβολο Fl) και το Λιβερμόριο (στοιχείο 116, σύμβολο Lv).
Τα ονόματα προτάθηκαν πέρυσι από τους επιστήμονες της ερευνητικής κοινοπραξίας του Εθνικού Εργαστηρίου Λόρενς Λίβερμορ των ΗΠΑ και του ρωσικού πυρηνικού κέντρου της Ντούμπνα και εγκρίθηκαν τώρα από τον ανώτερο διεθνή φορέα των χημικών.
Τα νέα επίσημα ονόματα θα δημοσιευθούν στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού της IUPAC «Pure and Applied Chemistry», οπότε θα ολοκληρωθεί πλέον η διαδικασία ένταξης των φλερόβιου και του λιβερμόριου στη συνεχώς διευρυνόμενη «οικογένεια» των χημικών στοιχείων.
Το φλερόβιο παίρνει το όνομα του ρωσικού Εργαστηρίου Πυρηνικών Αντιδράσεων Φλερόβ, όπου συντέθηκαν αρκετά σούπερ-βαρέα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το στοιχείο 114 (γνωστό πλέον ως φλερόβιο).
Ο Γκεόργκιι Φλερόβ (1913-1990) υπήρξε σπουδαίος Ρώσος φυσικός που, μεταξύ άλλων, ανακάλυψε την αυθόρμητη σχάση του ουρανίου, ενώ υπήρξε πρωτοπόρος στη φυσική των βαρέων ιόντων.
Ήταν, το 1957, ο ιδρυτής του Κοινού Ινστιτούτου Πυρηνικών Ερευνών της τότε Σοβιετικής Ένωσης, που βρίσκεται στην πόλη της Ντούμπνα (130 χλμ από την Μόσχα) και το οποίο μετονομάσθηκε σε Εργαστήριο Πυρηνικών Αντιδράσεων Φλερόβ (FLNR) το 1991.
Το λιβερμόριο παίρνει το όνομα του αμερικανικού Εθνικού Εργαστηρίου Λόρενς Λίβερμορ που ιδρύθηκε το 1952 και βρίσκεται στην πόλη Λίβερμορ της Καλιφόρνια.
Επιστήμονες του Εργαστηρίου, μαζί με τους ρώσους επιστήμονες του Εργαστηρίου Πυρηνικών Αντιδράσεων Φλερόβ (FLNR), συμμετείχαν σε έρευνες στο ρωσικό Κέντρο Ντούμπνα, όπου έγινε η ανακάλυψη του στοιχείου 116 (γνωστού πλέον ως λιβερμόριου). Ένα ακόμα στοιχείο, το 103, είχε παλαιότερα πάρει την ονομασία λωρένσιο, από το όνομα του ίδιου αμερικανικού Εργαστηρίου.
Η Ποτίδαια, στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, σώθηκε από τους Πέρσες εισβολείς το χειμώνα του 479 π.Χ. χάρη σε ένα... τσουνάμι, υποστηρίζεται σε μελέτη που παρουσιάστηκε στις ΗΠΑ και η οποία προειδοποιεί για το σεισμικό κίνδυνο που υπάρχει στην περιοχή αυτή και για την πιθανότητα να επαναληφθεί το φαινόμενο.
Οι νέες γεωλογικές μελέτες αφήνουν να εννοηθεί ότι η περιοχή μπορεί να είναι ευάλωτη σε κάποιο παλιρροϊκό κύμα, εξήγησε ο Κλάους Ράιχερτερ, του Πανεπιστημίου του Άαχεν, ο κυριότερος συγγραφέας της μελέτης.
Ο Ηρόδοτος είχε περιγράψει τότε το παράξενο φαινόμενο, την "απόσυρση" της θάλασσας από την Ποτίδαια και τα τεράστια κύματα που ακολούθησαν.
Ο Ράιχερτερ και οι συνάδελφοί του επαλήθευσαν την αφήγηση αυτή αναλύοντας δείγματα που έλαβαν από τη χερσόνησο της Κασσάνδρας και τα οποία αποκάλυψαν ενδείξεις ενός θαλάσσιου φαινομένου "μεγάλης ισχύος", όπως τεράστια κύματα.
Από τις ανασκαφές που έγιναν επίσης κοντά στην γειτονική, αρχαία πόλη της Μένδης διαπιστώθηκε ότι την εποχή εκείνη σημειώθηκαν πολύ έντονα φυσικά φαινόμενα στην περιοχή.
Το ιζηματογενές στρώμα της Μένδης περιέχει όστρακα πολύ παλαιότερης εποχής που πιθανότατα μεταφέρθηκαν εκεί από τα βάθη της θάλασσας, μέσω των τεράστιων παλιρροϊκών κυμάτων.
Η ζώνη αυτή δεν περιλαμβάνεται στις δέκα περιοχές της Ελλάδας όπου θεωρείται ότι υπάρχει κίνδυνος για δημιουργία τσουνάμι.
Ο Ράιχερτερ και η ομάδα του πιστεύουν όμως ότι οι ανακαλύψεις τους δείχνουν πως ο Θερμαϊκός Κόλπος θα πρέπει να ενταχθεί στον κατάλογο των περιοχών αυτών, δεδομένου ότι πρόκειται για μια πυκνοκατοικημένη ζώνη, με πολλές μόνιμες κατοικίες, ξενοδοχεία και εξοχικά σπίτια.
Η τελευταία εποχή των παγετώνων στη Γη τελείωσε πριν από περίπου 10.000 χρόνια, όταν υπήρξε κλιματική αλλαγή εξαιτίας της αύξησης του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, όπως δείχνει μία νέα επιστημονική μελέτη.
Η έρευνα, που καλύπτει την περίοδο πριν από 10.000 έως 20.000 χρόνια, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η κλιματική αλλαγή και το «φαινόμενο του θερμοκηπίου» δεν υπήρξαν στο παρελθόν μόνο θέμα ανθρώπινης επέμβασης, όπως συμβαίνει στην εποχή μας.
Έτερη έρευνα δείχνει ότι, πολύ πιο βαθιά στο παρελθόν, πριν από 50 έως 55 εκατ. χρόνια, πάλι είχε υπάρξει μεγάλη αύξηση του διοξειδίου στην ατμόσφαιρα για φυσικές αιτίες, με συνέπεια να υπάρξει υπερθέρμανση και να λιώσουν και τότε οι πάγοι.
Η πρώτη έρευνα από αμερικανούς, κινέζους και γάλλους επιστήμονες, με επικεφαλής τον παλαιοκλιματολόγο Τζέρεμι Σάκουν των πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Κολούμπια, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Nature", θεωρείται βαρυσήμαντη, καθώς, για πρώτη φορά βασίζεται σε μία τόσο ευρύτατη γκάμα δεδομένων από όλο τον κόσμο και όχι μόνο από την Ανταρκτική, αλλά επίσης από τη Γροιλανδία, τους ωκεανούς και τις μεγάλες λίμνες.
Η ανάλυση περιέλαβε στοιχεία από τις φυσαλίδες αέρα που είναι παγιδευμένες στους πάγους (και καταγράφουν το επίπεδο του διοξειδίου στον αρχαίο αέρα), από τα απολιθώματα θαλάσσιων οργανισμών (το μαγνήσιο με το οποίο κατασκεύαζαν το σκελετό και τα κελύφη τους, μαρτυρά τη θερμοκρασία του αρχαίου νερού) και άλλες πηγές
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, «στο τέλος της τελευταίας εποχής παγετώνων το διοξείδιο του άνθρακα αυξήθηκε από περίπου 180 σε περίπου 260 μέρη ανά εκατομμύριο στην ατμόσφαιρα, όταν σήμερα είναι στα 392 μέρη», γεγονός που δείχνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας.
Ίχνη φωτιάς που βρέθηκαν στη Νότια Αφρική, δείχνουν ότι οι πρόγονοί μας πιθανώς χρησιμοποιούσαν φωτιά για να ζεσταθούν και να μαγειρεύουν ήδη πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια, δηλαδή περίπου 300.000 χρόνια νωρίτερα από ό,τι πίστευαν ως τώρα οι επιστήμονες.
Μία διεθνής ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής τον ανθρωπολόγο Μάικλ Τζέιζαν του καναδικού πανεπιστημίου του Τορόντο και τον αρχαιολόγο Φρανσέσκο Μπέρνα του αμερικανικού πανεπιστημίου της Βοστώνης, δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).
Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μικροσκοπικά καλοδιατηρημένα ίχνη στάχτης μήκους λίγων χιλιοστών έως λίγων εκατοστών, από κλαδιά, φύλλα και χόρτα, μαζί με οστά ζώων και λίθινα εργαλεία, στο μεγάλο σπήλαιο Γουόντεργουερκ, στην άκρη της ερήμου Καλαχάρι, σε ένα γεωλογικό στρώμα ηλικίας περίπου ενός εκατ. ετών και σε βάθος 30 μέτρων από την είσοδο του σπηλαίου, γεγονός που καθιστά μάλλον απίθανα τα φυσικά αίτια της φωτιάς.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι πολύ πριν τον Homo Sapiens, o Homo Erectus (που εμφανίστηκε πριν από 1,9 εκατ. χρόνια και θεωρείται ο πιθανότερος κάτοικος του νοτιοαφρικανικού σπηλαίου) χρησιμοποιούσε τη φωτιά στην καθημερινή ζωή του.
Ο έλεγχος της φωτιάς από τον άνθρωπο υπήρξε μείζον γεγονός και ορόσημο στην εξέλιξή του, γιατί τόσο το μαγείρεμα της τροφής του, όσο και η κοινωνική συναναστροφή γύρω από τη φωτιά, άνοιξαν νέους δρόμους στον εγκέφαλό του και στον πολιτισμό του.
Επί εκατομμύρια χρόνια οι πρόγονοι των ανθρώπων στην Αφρική έτρωγαν ωμό κρέας και ωμά φυτά, κρύωναν πολύ ιδίως το χειμώνα, ενώ έπρεπε να κοιμούνται στο σκοτάδι υπό το φόβο της επιδρομής των άγριων ζώων.
Οι επιστήμονες, εδώ και χρόνια, πιστεύουν ότι η Σελήνη δημιουργήθηκε μετά από μία σφοδρή σύγκρουση ενός μεγάλου ουράνιου σώματος όσο ο Άρης πάνω στη Γη, πριν από περίπου 4,5 δισ. χρόνια.
Αυτή όμως η επικρατούσα θεωρία τίθεται τώρα σε αμφισβήτηση, καθώς μία νέα χημική ανάλυση των σεληνιακών πετρωμάτων, όσον αφορά την ποσότητα του τιτανίου, διαπίστωσε ότι είναι υπερβολικά όμοια με την αντίστοιχη των γήινων πετρωμάτων, κάτι που δεν δικαιολογείται αν το φεγγάρι είχε σχηματιστεί από δύο διαφορετικά σώματα, τη Γη και το άλλο που έπεσε πάνω της.
Οι ερευνητές του πανεπιστημίου του Σικάγο, με επικεφαλής την γεωχημικό Τζουντζούν Ντρανγκ του πανεπιστημίου του Σικάγο, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό γεωεπιστήμης «Nature Geoscience», χρησιμοποίησαν ένα φασματογράφο μάζας για να κάνουν την πιο ακριβή μέτρηση που έχει γίνει μέχρι σήμερα, της αναλογίας των ισοτόπων τιτανίου-50 και τιτανίου-47, τα οποία περιέχονται στα δείγματα σεληνιακών βράχων που έφεραν για μελέτη στη Γη οι αποστολές «Απόλλων» τη δεκαετία του ΄70 (τα άτομα των περισσότερων χημικών στοιχείων, όπως το τιτάνιο, υπάρχουν στη φύση σε ελαφρώς διαφορετικές μορφές, που λέγονται ισότοπα και έχουν διαφορετικές μάζες ανάλογα με τον αριθμό των νετρονίων στον πυρήνα τους).
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η αναλογία των δύο ισοτόπων στη Σελήνη είναι ουσιαστικά ίδια με αυτή που υπάρχει στον μανδύα της Γης (το στρώμα μεταξύ του φλοιού και του πυρήνα), δηλαδή περίπου 4 μέρη ανά εκατομμύριο.
Αυτή όμως η ομοιότητα δεν δικαιολογείται, αν η Σελήνη, από γεωλογική άποψη, αποτελεί όχι κομμάτι μόνο της Γης, αλλά μείγμα δύο ουρανίων σωμάτων.
Κανονικά, η χημική «υπογραφή» της Σελήνης θα έπρεπε να αντανακλά και τους δύο «γονείς» της, τόσο τη Γη, όσο και το άλλο άγνωστο σώμα που συγκρούστηκε με τον πλανήτη μας.
Ο ιστότοπος αυτός, χρησιμοποιεί μικρά αρχεία που λέγονται cookies τα οποία βοηθούν να βελτιωθεί η περιήγησή σας. Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, θα υποθέσουμε ότι συμφωνείτε με αυτή την πολιτική...